Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης

αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από alexandros Την / Το Κυρ Οκτ 15, 2017 8:01 pm

Ανεβάζω τα 2/3 (1.κλασικές θεωρίες και 2.μεταπολεμικές προσεγγίσεις για τον ιμπεριαλισμό και χρωστάω το 3. πολιτικές θεωρήσεις του ιμπεριαλισμού) του πρώτου μέρους (θεωρίες του ιμπεριαλισμού ως ερμηνεία του καπιταλισμού) του βιβλίου Ιμπεριαλισμός, Χρηματοπιστωτικές αγορές, Κρίση των Μηλιού/ Σωτηρόπολου.
Ξέρω ότι φαίνεται μεγάλο αλλά στο βιβλίο αντιστοιχούν με 70 σελίδες πολύ πυκνού κειμένου.
Πιστεύω πως ένα καλό διάβασμα από όλους/ες, μας είναι απαραίτητο, γιατί πρόκειται για πράγματα που στην πραγματικότητα είναι προαπαιτούμενα μιας ανάλογης συζητήσεις. 
Το υπόλοιπο βιβλίο είναι η κριτική σε αυτές της θεωρείς και η πρόταση των συγγραφέων, δηλαδή το πιο ουσιαστικό -και δύσκολο- κομμάτι του (κοντολογίς, τα καλύτερα έπονται...).
avatar
alexandros

Αριθμός μηνυμάτων : 464
Ημερομηνία εγγραφής : 11/03/2013

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από alexandros Την / Το Κυρ Οκτ 15, 2017 8:02 pm

Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση
Γιάννης Μηλιός, Δημήτρης Σωτηρόπουλος
 
Εισαγωγή
Ο όρος «ιμπεριαλισμός» γενικά δηλώνει την επιθετικότητα αλλά και τα ώριμα χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού ή/και συγκεκριμένων καπιταλιστικών χωρών. Στις περισσότερες κλασικές θεωρήσεις (θα συζητήσουμε τις εξαιρέσεις στη συνέχεια) ο ιμπεριαλισμός παρουσιαζόταν σαν την αναγκαία λύση στο μοιραίο ελάττωμα του «παγκόσμιου» καπιταλισμού: Στο βαθμό που τα διαφορετικά εθνικά κράτη δεν υποχωρούν και δεν συνενώνονται σε μια παγκόσμια κρατική οντότητα, ο ιμπεριαλισμός είναι η αναγκαία προϋπόθεση για τη διαχείριση των παγκόσμιων (πολύ πέραν των εθνικών συνόρων) «διαδρομών» που επιχειρούν να διαγράψουν τα ατομικά κεφαλαία. Αυτή τη θεωρητική κληρονομία συνέχισαν άλλωστε και οι περισσότερες νεότερες μαρξιστικές και ετερόδοξες προσεγγίσεις. Ευθυγραμμιζόμενες με την κατεύθυνση αυτή, επιχείρησαν να ερμηνεύσουν το υποτιθέμενο πρόβλημα της «μη αντιστοιχίας» ανάμεσα στην (πολιτικοεδαφική) επικράτεια του εθνικού κράτους και τη σφαίρα δραστηριοποίησης των ατομικών κεφαλαίων.
Η αντίληψη αυτή συνδέεται σήμερα συχνά με τη θέση ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει διαφοροποιηθεί τόσο ριζικά ως προς τα δομικά χαρακτηριστικά του σε σχέση με τον «κλασικό» καπιταλισμό, ώστε πλέον να μην επαρκεί το θεωρητικό σύστημα που θεμελίωσε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο και τα άλλα έργα της ώριμης συγγραφικής του περιόδου για να κατανοήσουμε τον ιμπεριαλισμό και την κρίση του.
 
Μέρος I
Οι θεωρίες του ιμπεριαλισμού ως ερμηνεία του καπιταλισμού. Η ιστορική συζήτηση και ορισμένα ανοικτά θεωρητικά ερωτήματα
 
1. Κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού
Αποτέλεσαν ία νέα πρόσληψη της καπιταλιστικής εξουσίας, του επεκτατισμού, της εξαγωγής κεφαλαίων, της περιοδολόγησης και της «παρακμής» του καπιταλισμού.
Οι περισσότερες διατυπώθηκαν κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα (με τη χρονολογική σειρά που γράφτηκαν: Ηilferding 1909, Luxemburg 1912, Μπουχάριν 1915, Λένιν 1916).
Θα αναφερθούμε παρεκβατικά σε ένα συγγραφέα η παρέμβαση του οποίου μάλλον έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των σχετικών μαρξιστικών επιχειρημάτων. Πρόκειται για τον Τζ. Α. Χόμπσον (J. A. Hobson), ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε οπαδός του Μαρξ.
 
1.1. Ο ιμπεριαλισμός ως σύμπτωμα της καπιταλιστικής κρίσης στο επιχείρημα του Χόμπσον
Σε μια συγκυρία έντασης των ανταγωνισμών ανάμεσα στις κύριες καπιταλιστικές δυνάμεις για τις αποικίες, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζ. A. Χόμπσον υιοθέτησε έναν νέο δημοφιλή όρο για να περιγράψει τα φαινόμενα της εποχής του: τον ιμπεριαλισμό. Πολλές από τις ιδέες του Χόμπσον επηρέασαν τις μαρξιστικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού που επρόκειτο να διατυπωθούν λίγα χρόνια αργότερα. Σε ό,τι ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να συνοψίσουμε τις βασικές προτάσεις του συγγραφέα.
α) Μονοπωλιακός καπιταλισμός.
o καπιταλισμός φαίνεται να έχει υπερβεί το «ανταγωνιστικό» του στάδιο και να έχει μεταβεί σε μια νέα φάση που χαρακτηρίζεται από υψηλή συγκέντρωση κεφαλαίου σε «τραστ» και «καρτέλ».
β) Υποκατανάλωση.
ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια εγγενή αντίφαση ανάμεσα στην καπιταλιστική παραγωγή και τη συνακόλουθη διανομή του εισοδήματος. Η επέκταση της παραγωγής συνοδεύεται από μείωση του εισοδήματος των εργαζόμενων μαζών, γεγονός που προκαλεί πτώση της κατανάλωσης και οδηγεί στις επαναλαμβανόμενες καπιταλιστικές κρίσεις.
γ) Εξαγωγές κεφαλαίων ως απάντηση στο πρόβλημα της κρίσης.
 Δεδομένης της διαρκούς τάσης του καπιταλισμού για υποκατανάλωση, στερεύουν διαρκώς οι ευκαιρίες (επενδυτικές σφαίρες) για παραγωγική αξιοποίηση των καπιταλιστικών κερδών. Η χαμηλή εισοδηματική θέση των εργαζομένων θα αποτρέψει τελικά τις αποταμιεύσεις να μετουσιωθούν σε παραγωγικές επενδύσεις, με αποτέλεσμα να υπάρχει ένα διαρκές πλεόνασμα αποταμίευσης ή πλεόνασμα κεφαλαίου. Την ίδια στιγμή, η νέα μονοπωλιακή δομή του ανεπτυγμένου καπιταλισμού ενισχύει το πρόβλημα αντί να το επιλύει. Τούτο διότι η «συγκέντρωση της βιομηχανίας σε “τραστ”, “καρτέλ” κ.λπ. ταυτόχρονα περιορίζει την ποσότητα του κεφαλαίου που μπορεί να απασχοληθεί αποτελεσματικά και αυξάνει το μερίδιο των κερδών μέσα από το οποίο θα προκύψουν νέες αποταμιεύσεις και νέο κεφάλαιο».
δ) Ο ιμπεριαλισμός ως σύμπτωμα της (υποκαταναλωτικής) κρίσης του καπιταλισμού.
Η πολιτική του ιμπεριαλισμού προκρίνεται από τα ανεπτυγμένα κράτη ως απάντηση στο πρόβλημα του αναξιοποίητου πλεονάζοντος κεφαλαίου.
ε) Η γέννηση του παρασιτικού εισοδηματία ως αποτέλεσμα της κρίσης.
δηλαδή του προσώπου που μετατρέπει τις αποταμιεύσεις του σε ρευστά χρεόγραφα. Τα τελευταία είναι δάνεια τα οποία μπορούν να κατευθύνονται είτε προς την εγχώρια
χρηματαγορά όπου «λιμνάζουν» δημιουργώντας χρηματοοικονομική αστάθεια, είτε προς τις διεθνείς χρηματαγορές των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών (με απώτερο συνήθως στόχο τον κρατικό δανεισμό).
Από εδώ προκύπτει η βασική ιδέα που συναντάμε στα μεταγενέστερα έργα των Μπουχάριν και Λένιν, η οποία θέλει τα ανεπτυγμένα κράτη να μετατρέπονται σε κράτη-εισοδηματίες, δηλαδή σε κράτη που πλουτίζουν από το χρέος των υπανάπτυκτων χωρών.
 
Τρεις αναγκαίες επισημάνσεις.
1ον) ο Χόμπσον με την επιχειρηματολογία του επιτυγχάνει μια διπλή αναγωγή. Από τη μια, «ανάγει» το φαινόμενο του ιμπεριαλισμού στις καπιταλιστικές κρίσεις. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στις μεταγενέστερες μαρξιστικές αναλύσεις, η συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό στην ουσία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία υποπερίπτωση των συζητήσεων για τις καπιταλιστικές κρίσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο ιμπεριαλισμός ορίζεται ως σύμπτωμα της έμφυτης και σταδιακής τάσης του καπιταλισμού προς κατάρρευση: «Ο ιμπεριαλισμός πρέπει συνεπώς να γίνει αντιληπτός όχι σαν επιλογή αλλά σαν αναγκαιότητα».
Την ίδια στιγμή, από την άλλη, ο Χόμπσον ανάγει το πολιτικό στοιχείο ενός κοινωνικού σχηματισμού (κράτος) στο οικονομικό (διαδικασία της κεφαλαιακής συσσώρευσης): Η πολιτική «συμπεριφορά» ενός κράτους εξαρτάται πλήρως – αντικατοπτρίζει – από τις αντιφάσεις που διέπουν το οικονομικό επίπεδο. Εάν η επιβίωση των αναπτυγμένων χωρών εξαρτάται από την εξαγωγή κεφαλαίων, τότε, σύμφωνα με το επιχείρημα του Χόμπσον, το κράτος θα υποστηρίξει την επέκταση αυτή με ιμπεριαλιστικές πολιτικές, που οριακά μπορεί να λάβουν και τη μορφή εμπόλεμων συγκρούσεων.
Από εδώ προκύπτει και η βασική ιδέα των μεταγενέστερων μαρξιστικών θεωριών, σύμφωνα με την οποία: ο ανταγωνισμός των αναπτυγμένων κεφαλαίων συμφύεται και καθορίζει τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό των κρατών.
2ον) ο Χόμπσον διέκρινε ανάμεσα σε (πρώιμη) αποικιοκρατία και σε ιμπεριαλισμό στη βάση μιας λογικής πλήρως απολογητικής για την αποικιοκρατική επέκταση. Υποστήριξε συγκεκριμένα ότι η προϊμπεριαλιστική αποικιοκρατία στόχευε στην προαγωγή του πολιτισμού και της βιομηχανίας στις «εύκρατες ζώνες»
3ον) άρρητη προϋπόθεση για το επιχείρημα του Χόμπσον δεν είναι μόνο ότι η πολιτική (το κράτος) υπάγεται στην οικονομία, αλλά και ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί μια αμετάβλητη παγκόσμια δομή-σύστημα που δεσμεύει και υπαγορεύει την πολιτική και οικονομική συμπεριφορά των επιμέρους κρατών. Ο ιμπεριαλισμός, ως πολιτική «υποστήριξη» της εξαγωγής των πλεοναζόντων κεφαλαίων, είναι ένα παγκόσμιο παιχνίδι ηγεμονίας που προϋποθέτει μία ομάδα αναπτυγμένων και μία άλλη ομάδα υπανάπτυκτων κρατών, παράγοντες που συνυπάρχουν από κοινού σε ένα συνεχές παγκόσμιο πεδίο (δομή μητρόπολης - περιφέρειας, λογική της εξάρτησης).
 
1.2. Μια γενική αποτίμηση των κλασικών μαρξιστικών προσεγγίσεων για τον ιμπεριαλισμό: συνέχεια στη «γραμμή» Χόμπσον
Ακολουθώντας τον Χόμπσον, οι μαρξιστικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού εισάγουν τη ρητή διάκριση ανάμεσα στην πρώιμη αποικιοκρατία και στα αντίστοιχα φαινόμενα της «νεότερης» φάσης του καπιταλισμού, στην οποία έδωσαν το όνομα του «ιμπεριαλισμού». Χωρίς όμως να μιμηθούν το απολογητικό επιχείρημα του Χόμπσον σχετικά με το «εκπολιτιστικό αποτέλεσμα» της πρώιμης αποικιοκρατίας. Οι μαρξιστές συγγραφείς υποστήριξαν ότι η «έσχατη φάση» του καπιταλισμού ήταν το αποτέλεσμα της «κυριαρχίας των μονοπωλίων».
 
Ο Χίλφερντινγκ (Rudolf Hilferding, 1877-1941), στο βιβλίο του Χρηματιστικό Κεφάλαιο, ήταν ο συγγραφέας που εισήγαγε στη μαρξιστική θεωρία αυτή την ιδέα ενός «έσχατου σταδίου» του καπιταλισμού, που χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα στοιχεία: συγκρότηση μονοπωλιακών επιχειρήσεων (οι οποίες καταργούν τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό), σύμφυση τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου (που οδηγεί στο σχηματισμό του χρηματιστικού κεφαλαίου – της θεμελιώδους πλέον μορφής του κεφαλαίου), υπαγωγή του κράτους στα μονοπώλια και στο χρηματιστικό κεφάλαιο και, τέλος, εμφάνιση της επεκτατικής πολιτικής, πολέμων και αποικιακών προσαρτήσεων.
Υιοθετήθηκε από τον Μπουχάριν, τον Λένιν, τον Κάουτσκυ και άλλους (παρά τις διαμάχες αναφορικά με τα ειδικά χαρακτηριστικά της προσέγγισης αυτής ή των πολιτικών συνεπειών της), συνθέτοντας έτσι το υπόβαθρο των μαρξιστικών θεωριών του μονοπωλιακού καπιταλισμού.
Στη Συσσώρευση του Κεφαλαίου (1913), η Ρόζα Λούξεμπουργκ συνέλαβε τον ιμπεριαλισμό πρωτίστως σαν έναν ανταγωνισμό ανάμεσα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες για κυριαρχία σε όσες μη καπιταλιστικές περιοχές δεν είχαν ακόμα κατακτηθεί.
Στη βάση της υποκαταναλωτικής προσέγγισης, η Λούξεμπουργκ θεώρησε ότι οι μη καπιταλιστικές περιοχές αποτελούν βασικές εφεδρείες «τρίτων προσώπων-καταναλωτών» (αγοραστές έξω από την καπιταλιστική κοινωνία) οι οποίοι θα μπορούσαν να απορροφήσουν το μέρος εκείνο της υπεραξίας που ούτε οι καπιταλιστές αλλά ούτε και οι εργαζόμενοι ήταν σε θέση (υποτίθεται) να πραγματοποιήσουν.
Εσωτερική αγορά από τη σκοπιά της καπιταλιστικής παραγωγής είναι η καπιταλιστική αγορά, είναι η ίδια η παραγωγή ως αποδέκτης των δικών της προϊόντων και πηγή των δικών της στοιχείων  παραγωγής. Εξωτερική αγορά για το κεφάλαιο είναι το μη καπιταλιστικό κοινωνικό περιβάλλον, που απορροφά τα προϊόντα του και προμηθεύει στοιχεία παραγωγής και εργατικές δυνάμεις.
Τόσο η Λούξεμπουργκ όσο και ο Μπουχάριν (στο έργο του Ιμπεριαλισμός και Παγκόσμια Οικονομία, 1915) προσέγγισαν τον καπιταλισμό σαν μια ενοποιημένη παγκόσμια δομή. Με άλλα λόγια, υποστήριξαν ότι στην περίοδο του ιμπεριαλισμού η διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ) λαμβάνει χώρα σε παγκόσμια κλίμακα και όχι στο επίπεδο κάθε καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού.
Ο Μπουχάριν προσδιόρισε, επίσης, τον ιμπεριαλισμό ως «πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου», αναφέροντας ταυτόχρονα ότι «κανείς μπορεί να μιλήσει επίσης για τον ιμπεριαλισμό ως ιδεολογία». Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική και η ιδεολογία του ιμπεριαλισμού αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού: «Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι απλά ένα σύστημα πιο στενά συνδεδεμένο με τον σύγχρονο καπιταλισμό. Είναι επίσης το πιο θεμελιώδες στοιχείο του τελευταίου»
Στο βιβλίο Ιμπεριαλισμός: Το Ανώτερο Στάδιο του Καπιταλισμού(1917) ο Λένιν προσδιόρισε τον ιμπεριαλισμό ως εξής:
Ο ιμπεριαλισμός είναι [...] ο καπιταλισμός στο στάδιο εκείνο της ανάπτυξης στο οποίο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποκτήσει εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή τραστ κι έχει τελειώσει το μοίρασμα όλων των εδαφών της γης από τις μεγαλύτερες κεφαλαιοκρατικές χώρες (Λένιν 1970: 86).
Ο Λένιν απέδωσε τις εντεινόμενες αντιθέσεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην άνιση ανάπτυξη του καπιταλισμού, η οποία απέκλειε τη δημιουργία μιας σταθερής «υπεριμπεριαλιστικής» συμμαχίας των καπιταλιστικών υπερδυνάμεων.
 
Τρία βασικά «αξιώματα» που εισήγαγαν στη συζήτηση οι κλασικές μαρξιστικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό:
(1) τη θέση για τον παγκόσμιο χαρακτήρα του καπιταλισμού,
(2) την άποψη ότι ο καπιταλισμός έχει μετασχηματιστεί σε «μονοπωλιακό καπιταλισμό»

(3) την αντίληψη ότι οι εξαγωγές κεφαλαίου είναι αποτέλεσμα της έλλειψης εγχώριων σφαιρών για κερδοφόρες επενδύσεις.
avatar
alexandros

Αριθμός μηνυμάτων : 464
Ημερομηνία εγγραφής : 11/03/2013

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από alexandros Την / Το Κυρ Οκτ 15, 2017 8:03 pm

1.3. Βασικά επιχειρήματα και αντιπαραθέσεις στις κλασικές μαρξιστικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού
1.3.1. Ο καπιταλισμός ως παγκόσμια δομή
A. Λούξεμπουργκ και Μπουχάριν
Η «παγκοσμιότητα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Η αντίληψη αυτή θεωρεί ακριβώς ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, οι θεμελιώδεις δομικές και ταξικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν το καπιταλιστικό σύστημα, αναπαράγονται (πλέον) στις επαρκείς μορφές τους μόνο στο επίπεδο της παγκόσμιας οικονομίας. Ότι, επομένως, οι νόμοι και οι αιτιακές σχέσεις που ανακάλυψε και ανέλυσε ο Μαρξ αφορούν την παγκόσμια οικονομία, η οποία διαμορφώνεται έτσι ως μια ενιαία καπιταλιστική κοινωνική δομή.
 
Η Λούξεμπουργκ διατύπωσε στα κείμενά της που εκδόθηκαν υπό τον τίτλο ‘’Τι είναι η Εθνική Οικονομία’’ τη θέση ότι η εθνική οικονομία δεν μπορεί να νοηθεί ως ιδιαίτερη οικονομικοκοινωνική δομή, αλλά αποτελεί απλώς τμήμα της ενιαίας παγκόσμιας οικονομίας:
‘’Τίποτε δεν παίζει σήμερα πιο σπουδαίο ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή από την αντίφαση ανάμεσα στα οικονομικά φαινόμενα, που ενώνουν κάθε μέρα και περισσότερο όλους τους λαούς σε μια μεγάλη ολότητα, και τη δομή των κρατών, που προσπαθούν να χωρίσουν τεχνητά τους λαούς, χαράσσοντας σύνορα με πασσάλους, βάζοντας τελωνειακά εμπόδια, δημιουργώντας το μιλιταρισμό.’’
Την αντίληψη αυτή για την παγκόσμια, ενοποιημένη καπιταλιστική δομή θα αναπτύξει η Λούξεμπουργκ ακόμα περισσότερο στη Συσσώρευση του Κεφαλαίου. Εδώ θα επιχειρήσει μάλιστα ευθύς εξαρχής να επαναδιατυπώσει τη μαρξιστική θεωρία της αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου στο παγκόσμιο επίπεδο.
 
Παρόμοια θα είναι και η αντίληψη του Μπουχάριν λίγα χρόνια αργότερα, το 1915.
Όπως κάθε μεμονωμένη επιχείρηση αποτελεί μέρος της «εθνικής οικονομίας», έτσι και καθεμιά απ’ αυτές τις «εθνικές οικονομίες» εμπεριέχεται στο σύστημα της παγκόσμιας οικονομίας». Με βάση αυτή την αφετηρία, ο Μπουχάριν θα υποστηρίξει ότι οι διαφορετικές εθνικές οικονομίες (που πολώνονται σε αναπτυγμένες βιομηχανικές από τη μία και υπανάπτυκτες αγροτικές από την άλλη) αποτελούν υποσύνολα της παγκόσμιας οικονομίας και σχηματίζουν έναν παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας, στη βάση του οποίου εκδηλώνεται η αντίθεση ανάμεσα στην παγκόσμια αστική τάξη και το παγκόσμιο προλεταριάτο.
Οι εθνικές οικονομίες και τα εθνικά κράτη δημιουργήθηκαν σύμφωνα με τον Μπουχάριν σε μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή, που το επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν επέτρεπε τη διαμόρφωση της παγκόσμιας οικονομικής δομής. Η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική δομή είναι όμως γεγονός στην εποχή του ιμπεριαλισμού, πράγμα που έχει ως συνέπεια μια καπιταλιστική «διαδικασία οργάνωσης που τείνει να υπερβεί τα «εθνικά» σύνορα. Βρίσκει όμως σημαντικά εμπόδια σ’ αυτόν τον δρόμο». Έτσι, η ανάπτυξη του καπιταλισμού θεωρείται ότι συνδέεται με την αντίφαση ανάμεσα στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων από τη μια και τα «εθνικά» όρια οργάνωσης της παραγωγής από την άλλη».
Την επιχειρηματολογία αυτή ο Μπουχάριν θα τη συνοψίσει ως εξής: Υπάρχει μια αύξουσα αναντιστοιχία ανάμεσα στη βάση της οικονομικής κοινωνικής δομής, η οποία έχει γίνει
παγκόσμια, και στην περίεργη ταξική δομή της κοινωνίας, μια δομή όπου η ίδια η άρχουσα τάξη (η μπουρζουαζία) διασπάται σε «εθνικές» ομάδες με αντικρουόμενα οικονομικά συμφέροντα […]. Η παραγωγή έχει κοινωνικό χαρακτήρα, ο διεθνής καταμερισμός εργασίας μετασχηματίζει τις «εθνικές» οικονομίες σε μέρη μιας γιγαντιαίας διαδικασίας εργασίας που αγκαλιάζει τα πάντα […]. Η ιδιοποίηση εντούτοις παίρνει το χαρακτήρα «εθνικής» (κρατικής) ιδιοποίησης […]. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, ξεπηδάει αναπόφευκτα η σύγκρουση, η οποία, με δεδομένη την ύπαρξη του καπιταλισμού, εκτονώνεται μέσα από την αιματηρή επέκταση των κρατικών συνόρων, μια εκτόνωση η οποία εμπεριέχει την προοπτική νέων, πιο εντυπωσιακών συγκρούσεων.
Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι ο Μπουχάριν επιχειρούσε να ερμηνεύσει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που είχε ήδη ξεσπάσει.
 
B. Η έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας στο έργο του Λένιν και η κριτική του παγκόσμιου καπιταλισμού
Η εν λόγω κριτική συνιστά μια ρήξη στο εσωτερικό του κλασικού λόγου για τον ιμπεριαλισμό.
Η άποψη ότι ο καπιταλισμός αποτελεί μία ενοποιημένη παγκόσμια κοινωνική και οικονομική δομή κυριαρχεί στο εσωτερικό του ρεύματος του επαναστατικού μαρξισμού στο πρώτο μισό της δεκαετίας 1910-1920. Η λογική αυτή είχε υιοθετηθεί αρχικά ακόμα και από τον Λένιν, όπως φαίνεται πολύ καθαρά και από την εισαγωγή που έγραψε για το βιβλίο του Μπουχάριν για τον ιμπεριαλισμό τον Δεκέμβριο του 1915.
Οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού αναπτύχθηκαν σε μια περίοδο σημαντικών αλλαγών στην Ευρώπη και τη Ρωσία. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη και συνδέεται με καταλυτικές κοινωνικές διεργασίες που τείνουν να αποσταθεροποιήσουν την κεφαλαιοκρατική εξουσία στις εμπόλεμες χώρες.
Προέκυψαν ζητήματα πολιτικής τακτικής, με κύριο πρόβλημα εδώ (εκτός από το θέμα της στάσης απέναντι στον πόλεμο που για το επαναστατικό ρεύμα ήταν λυμένο) τη στάση της Αριστεράς απέναντι στα εθνικά κινήματα αυτοδιάθεσης που αναπτύσσονταν σε διάφορες χώρες. Στο ζήτημα αυτό κυριαρχούν στο εσωτερικό της επαναστατικής πτέρυγας της Σοσιαλδημοκρατίας αντιλήψεις που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αρνούνται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών.
Οι αντιλήψεις αυτές πήγαζαν κατευθείαν από τη θεωρία του «παγκόσμιου καπιταλισμού» και χρησιμοποιούσαν δυο ειδών επιχειρήματα. Πρώτον, ότι η αυτοδιάθεση των εθνών, η δημιουργία νέων εθνικών κρατών, έχει καταστεί αδύνατη στην εποχή του ιμπεριαλισμού και, δεύτερον, ότι η σοσιαλιστική επανάσταση τείνει αναγκαστικά προς την εγκαθίδρυση ενός παγκόσμιου ή έστω ενός πολυεθνικού σοσιαλιστικού καθεστώτος, πορεία που επομένως δεν συμβιβάζεται με το αίτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης. Από τους θεωρητικούς του ιμπεριαλισμού, η Λούξεμπουργκ αντιτάχθηκε ανοικτά στην πολιτική υποστήριξη της εθνικής αυτοδιάθεσης. Αλλά και ο Μπουχάριν διατήρησε, ακόμα και μετά τη ρωσική επανάσταση, τις αποστάσεις του από το αίτημα της αυτοδιάθεσης.
Απέναντι σ’ αυτή την πολιτική στρατηγική αντιτάχθηκε, όπως είναι γνωστό, ο Λένιν, γεγονός που τον οδήγησε τελικά στη ρήξη με τη θεωρία του «παγκόσμιου καπιταλισμού» και στη διατύπωση της αντίληψης για την παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
Ήδη το 1915 διατυπώνει, λοιπόν, τη θεωρία της κοινωνικής επανάστασης ως συνολικό αποτέλεσμα συμπύκνωση των κοινωνικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού: «Το βασικό ζήτημα κάθε επανάστασης είναι το ζήτημα της κρατικής εξουσίας». Τη θεωρία του για το κράτος ως υλική πολιτική συμπύκνωση των σχέσεων εξουσίας, και συνακόλουθα την αναγκαιότητα «συντριβής - ανατίναξης» του αστικού κράτους από την εργατική τάξη, θα διατυπώσει ως γνωστόν λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο 1917, στο Κράτος και Επανάσταση.
Με βάση λοιπόν τη μαρξιστική αντίληψη για το αστικό κράτος ως ειδική καπιταλιστική μορφή πολιτικής οργάνωσης της εξουσίας, το ζήτημα του έθνους τίθεται σ’ ένα εντελώς νέο πλαίσιο. Το κράτος είναι εθνικό κράτος, το έθνος εκφράζει το συνολικό οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό αποτέλεσμα της ειδικής (κεφαλαιοκρατικής) κοινωνικής συνοχής ανάμεσα στις άρχουσες και τις κυριαρχούμενες τάξεις ενός κοινωνικού σχηματισμού. Η συγκρότηση του κράτους συμβαδίζει στην ιδανική περίπτωση με τη διαμόρφωση του έθνους. Όπως το κράτος παίρνει τη μορφή του εθνικού κράτους, έτσι και το έθνος κατατείνει προς την πολιτική ολοκλήρωσή του σε ανεξάρτητο κράτος.
Η εμμονή του Λένιν στη μαρξιστική θεωρία του κράτους και της εξουσίας θα τον οδηγήσει στο να διαφοροποιηθεί από την κυρίαρχη (και την εποχή εκείνη) αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό ως ενοποιημένη παγκόσμια κοινωνικοοικονομική δομή. Ο Λένιν θα διατυπώσει τώρα τη θεωρία της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Η διεθνοποίηση του καπιταλισμού μέσα από το εξωτερικό εμπόριο και τη δημιουργία της διεθνούς αγοράς, αλλά κυρίως μέσα από τις εξαγωγές κεφαλαίων, τη δημιουργία διεθνών τραστ κ.λπ. διαπλέκει μεταξύ τους τους διαφορετικούς καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, δημιουργεί πολύμορφες αλλά και ανισοβαρείς διασυνδέσεις ανάμεσά τους, διαμορφώνοντας έτσι μια ενιαία παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Δεν πρόκειται, όμως, για μια ενιαία παγκόσμια οικονομικοκοινωνική δομή αλλά για τη διεθνή συνάρθρωση των διαφορετικών (εθνικών-κρατικών) οικονομικοκοινωνικών δομών, καθεμιά από τις οποίες αναπτύσσεται με διαφορετικό ρυθμό, σαν αποτέλεσμα κυρίως των διαφορετικών ταξικών και πολιτικών συσχετισμών που αποκρυσταλλώνονται στο εσωτερικό της.
Η θέση αυτή έχει δυο ειδών θεωρητικές συνέπειες:
Πρώτον, οδηγεί στη διατύπωση του νόμου της ανισόμερης ανάπτυξης κάθε εθνικού κρίκου της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Με βάση το «νόμο» αυτό, ο Λένιν απορρίπτει κατηγορηματικά την αντίληψη ότι «από καθαρά οικονομική άποψη» είναι νοητό ένα «ενιαίο παγκόσμιο τραστ που καταβροχθίζει όλα χωρίς εξαίρεση τα κράτη». Τώρα πλέον ο Λένιν θα αναπτύξει μια εντελώς νέα προβληματική. Στην κυρίαρχη αντίληψη περί της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής δομής αντιπαραθέτει την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, οι κρίκοι της οποίας δεν είναι οι εθνικές οικονομίες αλλά τα κράτη. Έτσι, αυτό που μετράει δεν είναι απλώς η «οικονομική ανάπτυξη» αλλά η συνολική (οικονομική, πολιτική, στρατιωτική) δύναμη κάθε κράτους-κρίκου της αλυσίδας.
Η δεύτερη θεωρητική συνέπεια της θέσης του Λένιν για την παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα αφορά τους υλικούς (εσωτερικούς και διεθνείς) όρους για την προλεταριακή
επανάσταση. Πρόκειται για τη θεωρία του αδύνατου κρίκου. Σε ρήξη με τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό» που κυριαρχεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μέσα στη διεθνή Σοσιαλδημοκρατία, ο Λένιν θα υποστηρίξει ότι η ανατροπή του καπιταλισμού δεν θα προκύψει ούτε από την αδυναμία του παγκόσμιου συστήματος να αναπαράγεται σε παγκόσμια κλίμακα, ούτε από τις αντιφάσεις που υποτίθεται ότι συνεπιφέρει η υπερβολική «ωρίμανση» του καπιταλισμού. Η σοσιαλιστική επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα στην πιο αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, αλλά στη χώρα που αποτελεί αδύνατο κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας: στη χώρα όπου συγχωνεύονται και οξύνονται με τέτοιο τρόπο οι εσωτερικές και διεθνείς αντιφάσεις σ’ όλα τα κοινωνικά επίπεδα, ώστε να καθίσταται αντικειμενικά αναπόφευκτη η ανοικτή πολιτική έκφραση της αντίθεσης κεφαλαίου -εργασίας και η επαναστατική κρίση.
Η θεωρητική παρέμβαση του Λένιν αναφορικά με το εθνικό ζήτημα και τις προϋποθέσεις της σοσιαλιστικής επανάστασης τονίζει την αναγκαιότητα να πάρουμε σοβαρά το καπιταλιστικό κράτος.
Η μπροσούρα του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό από μόνη της δεν επαρκεί για την κατανόηση του εύρους της ανάλυσής του σχετικά με το περιεχόμενο και τα δομικά χαρακτηριστικά της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας (κατά την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου). Δεν αποσκοπούσε τόσο να αποτελέσει μια θεωρητική παρέμβαση (άλλωστε αυτό επισημαίνεται και στον υπότιτλο: «εκλαϊκευτικό σκιαγράφημα») αλλά πρωτίστως μια παρέμβαση με πολιτικούς στόχους.
 
1.3.2. Μονοπώλια και το «σάπισμα» του καπιταλισμού
Οι μαρξιστικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό είναι εξ ορισμού θεωρίες της κυριαρχίας των μονοπωλίων.
Οι βασικές απόψεις που επιχείρησε να θεμελιώσει ο Χίλφερντινγκ υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από όλες τις κλασικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό και μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: Η κυριαρχία των μονοπωλίων στο εσωτερικό της αστικής τάξης, αλλά και πάνω σ’ ολόκληρη την κοινωνία, αποτελεί το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, την ειδοποιό διαφορά, του σύγχρονου καπιταλισμού. Η κυριαρχία αυτή στηρίζεται στη συγχώνευση του τραπεζικού με το βιομηχανικό κεφάλαιο, υπό την πρωτοκαθεδρία του πρώτου, και στο σχηματισμό μ’ αυτόν τον τρόπο μιας νέας κυρίαρχης κεφαλαιοκρατικής μερίδας: εκείνης του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ο ιμπεριαλισμός και η αποικιοκρατία προκύπτουν έτσι ως έκφραση και αποτέλεσμα του ανταγωνισμού στο διεθνές επίπεδο ανάμεσα στις κυρίαρχες μονοπωλιακές ενώσεις των διαφορετικών χωρών.
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Χίλφερντινγκ, η κυριαρχία των μονοπωλίων μετατρέπει νομοτελειακά το καπιταλιστικό κράτος σε μοχλό προώθησης των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, των συμφερόντων της κυρίαρχης σε κάθε αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα ιμπεριαλιστικής ολιγαρχίας. Το αποτέλεσμα είναι λοιπόν η ενίσχυση της κατασταλτικής ισχύος του αστικού κράτους, η αποικιακή πολιτική, η εκμετάλλευση από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις των μικρότερων ανεξάρτητων κρατών με τη χρήση των κάθε είδους οικονομικών (π.χ. εξαγωγές κεφαλαίων) αλλά και πολιτικών μέσων, ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός που οδηγεί μέχρι και στον πόλεμο κ.λπ. Βάση αυτής της
ανάλυσης αποτελεί η υπόθεση ότι, παράλληλα με την κυριαρχία των μονοπωλίων, αναστέλλεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός, πράγμα που κάνει δυνατή την υπαγωγή του κράτους στα συμφέροντα της μονοπωλιακής ολιγαρχίας.
Και η προβληματική του Χίλφερντινγκ σχετικά με το κράτος ολοκληρώνεται ως εξής:
Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν επιδιώκει την ελευθερία αλλά την κυριαρχία […]. Αλλά για να πετύχει κάτι τέτοιο, για να διατηρήσει και να επεκτείνει την επικυριαρχία του, χρειάζεται το κράτος […] Χρειάζεται ένα κράτος πολιτικά ισχυρό, […] που να μπορεί να επεμβαίνει παντού στον κόσμο, που να μπορεί να μετατρέψει ολόκληρο τον κόσμο σε σφαίρα τοποθέτησης του χρηματιστικού του κεφαλαίου. Το χρηματιστικό κεφάλαιο χρειάζεται τέλος ένα κράτος που να είναι αρκετά ισχυρό, ώστε να ασκεί επεκτατική πολιτική και να μπορεί να προσαρτά νέες αποικίες […]. Το ιδανικό της ειρήνης εξαφανίζεται, στη θέση της ανθρωπιστικής ιδέας εμφανίζεται το ιδανικό του μεγαλείου και της εξουσίας του κράτους […]. Το κεφάλαιο γίνεται ο κατακτητής του κόσμου και με κάθε νέα χώρα που κατακτά, κατακτά και τα σύνορα τα οποία θα πρέπει να υπερβεί.
Οι αντιλήψεις αυτές υιοθετήθηκαν τόσο από τον Μπουχάριν, όσο και από τον Λένιν, από τον δεύτερο εντούτοις με έναν ιδιαίτερα αντιφατικό τρόπο. Ο Μπουχάριν το 1915 ενσωμάτωσε τις θέσεις του Χίλφερντινγκ για την κυριαρχία των μονοπωλίων στην αντίληψή του για την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία και διατύπωσε έτσι τη θέση για τη συγχώνευση μονοπωλιακού κεφαλαίου του κράτους. Η συγχώνευση αυτή παίρνει, σύμφωνα με τον ίδιο, τη μορφή ενός «κρατικομονοπωλιακού τραστ»:
‘’Τα οικονομικά αναπτυγμένα κράτη έχουν ήδη προχωρήσει προς μια κατάσταση η οποία μας επιτρέπει να τα θεωρούμε ως μεγάλους οργανισμούς του τύπου του τραστ, ή, όπως τα ονομάσαμε, ως κρατικοκαπιταλιστικά τραστ. Μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε σήμερα για τη συγκέντρωση του κεφαλαίου σε κρατικοκαπιταλιστικά τραστ, ως συστατικά στοιχεία μιας πολύ ευρύτερης κοινωνικοοικονομικής οντότητας, της παγκόσμιας οικονομίας.’’
Ο Λένιν επαναλαμβάνει επίσης την επιχειρηματολογία του Χίλφερντινγκ σχετικά με την κατάργηση του ελεύθερου ανταγωνισμού (π.χ. στο πρώτο κεφάλαιο του Ιμπεριαλισμού). Επιπλέον, όμως, επηρεασμένος από τον Χόμπσον, θα θεωρήσει ανεπαρκή την ανάλυση του Χίλφερντινγκ για την παρακμή του καπιταλισμού κατά την εποχή του ιμπεριαλισμού. Έτσι στις σημειώσεις του, που αργότερα εκδόθηκαν ως Τετράδια για τον Ιμπεριαλισμό, θα τον κατηγορήσει ότι αγνοεί ζητήματα όπως ο παρασιτισμός του καπιταλισμού όταν αυτός γίνεται ιμπεριαλισμός, θέση που εμφανίζεται βεβαίως και στον ‘’Ιμπεριαλισμό’’ όπου υποστηρίζεται ότι ο Χίλφερντινγκ «έκανε ένα βήμα πίσω σε σύγκριση με τον άγγλο Χόμπσον, τον ανοιχτό πασιφιστή και ρεφορμιστή» (Λένιν 1970: 9).
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Χόμπσον, την οποία υιοθετεί στο σημείο αυτό ο Λένιν, οι εξαγωγές κεφαλαίων και η εκμετάλλευση των αποικιών οδηγούν στο φρενάρισμα της ανάπτυξης των ιμπεριαλιστικών χωρών. Η καπιταλιστική παραγωγή καθίσταται για τις χώρες αυτές όλο και λιγότερο αναγκαία, γιατί πλέον «τρέφονται» από την εκμετάλλευση των αποικιών, λεηλατούν ολόκληρο τον κόσμο «κόβοντας κουπόνια». Ο αναπτυγμένος καπιταλισμός μετασχηματίζεται έτσι σε καπιταλισμό που σαπίζει. Επιπλέον, σύμφωνα πάντα μ’ αυτή την αντίληψη, οι κυρίαρχες τάξεις των ιμπεριαλιστικών χωρών χρησιμοποιούν τα αποικιακά τους υπερκέρδη για να εξαγοράσουν τα ανώτερα στρώματα του προλεταριάτου, την εργατική αριστοκρατία. Σαν αποτέλεσμα, τα στρώματα
αυτά προσανατολίζονται πολιτικά προς τον «οπορτουνισμό», δηλαδή γίνονται φορείς μιας αστικής γραμμής στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος.
Έγραφε λοιπόν ο Χόμπσον (για να το παραθέσει και στη συνέχεια να το αναλύσει διεξοδικότερα ο Λένιν):
‘’Είναι η συνήθεια του οικονομικού παρασιτισμού, που εξαιτίας της το κυρίαρχο κράτος χρησιμοποιεί τις επαρχίες του, τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες για τον πλουτισμό της ιθύνουσας τάξης του και για την εξαγορά των κατωτέρων τάξεών τους για να μένουν φρόνιμες.’’
Όμως αυτή η επιχειρηματολογία την οποία υιοθετεί ο Λένιν θα αμφισβητηθεί στη συνέχεια από τον ίδιο, και μάλιστα στο πλαίσιο της ίδιας μπροσούρας, στον ‘’Ιμπεριαλισμό’’: «Θα ήταν λάθος να νομίζει κανείς ότι αυτή η τάση προς το σάπισμα αποκλείει τη γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Όχι. [...] Σαν σύνολο ο καπιταλισμός αναπτύσσεται ασύγκριτα πιο γρήγορα από προηγούμενα».
Η θέση για τη συνέχιση της τεχνικής προόδου (και μάλιστα με ρυθμούς που «δεν επιδέχονται καμιά σύγκριση με πριν») θα επιτρέψει επιπλέον στον Λένιν να σχετικοποιήσει ακόμα και τις αντιλήψεις του Χίλφερντινγκ σχετικά με την κατάργηση του ελεύθερου ανταγωνισμού, αντιλήψεις που και ο ίδιος ο Λένιν είχε αρχικά ενσωματώσει στην ανάλυσή του:
‘’Ο ελεύθερος συναγωνισμός είναι η βασική ιδιότητα του καπιταλισμού και της εμπορευματικής παραγωγής γενικά. Το μονοπώλιο είναι η άμεση αντίθεση του ελεύθερου συναγωνισμού. [...] Ταυτόχρονα τα μονοπώλια, ξεπηδώντας από τον ελεύθερο συναγωνισμό, δεν τον καταργούν, μα υπάρχουν πάνω σ’ αυτόν και δίπλα σ’ αυτόν, γεννώντας έτσι μια σειρά από εξαιρετικά οξείες και βίαιες αντιθέσεις, προστριβές, συγκρούσεις.’’
Η μπροσούρα του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό καταφεύγει σε μια αναμφίβολα αντιφατική επιχειρηματολογία. Από τη μια, ο ιμπεριαλισμός παρουσιάζεται ως ο καπιταλισμός που σαπίζει, θέση που θα αποτελέσει έκτοτε το μόνιμο μότο του σοβιετικού μαρξισμού. Από την άλλη, υποστηρίζεται ότι την εποχή του ιμπεριαλισμού ο καπιταλισμός «αναπτύσσεται ασύγκριτα πιο γρήγορα από πριν». Το ότι η δεύτερη θέση αποτελεί όμως τον ισχυρό πόλο της επιχειρηματολογίας του Λένιν δεν συνάγεται μόνο από το γεγονός ότι διατυπώνεται στην μπροσούρα του με τη μορφή γενικού συμπεράσματος. Πολύ περισσότερο προκύπτει από το γεγονός ότι στα κατοπινά του κείμενα ο Λένιν είχε αρκετές φορές την ευκαιρία να ανασκευάσει τη δογματική προσκόλληση άλλων στελεχών του μπολσεβίκικου κόμματος στις θέσεις του Χόμπσον για τον παρασιτισμό και το σάπισμα του καπιταλισμού.
Στο 8ο Συνέδριο του ΚΚΡ (Μπολσεβίκοι) ο Λένιν θα υποστηρίξει, ασκώντας κριτική στον Μπουχάριν:
‘’Καθαρός ιμπεριαλισμός, χωρίς να έχει σαν κύρια βάση του τον καπιταλισμό, δεν υπήρξε ποτέ, δεν υπάρχει πουθενά και δεν θα υπάρξει ποτέ. Αυτό είναι μια λανθασμένη γενίκευση όλων όσων λέγονταν για τα καπιταλιστικά συνδικάτα, τα καρτέλ, τα τραστ, τον χρηματιστικό καπιταλισμό [...]. Όταν ο σ. Μπουχάριν έλεγε ότι μπορεί να προσπαθήσουμε να δώσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα της καταστροφής του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, εμείς στην επιτροπή φέραμε αντιρρήσεις [...]. Πουθενά στον κόσμο δεν
υπήρξε και δεν θα υπάρξει μονοπωλιακός καπιταλισμός χωρίς τον ελεύθερο συναγωνισμό σε ολόκληρη σειρά κλάδους. Να περιγράψεις ένα τέτοιο σύστημα σημαίνει να περιγράψεις ένα σύστημα αποσπασμένο από τη ζωή και όχι σωστό’’.
Οι απόψεις σχετικά με το σάπισμα του καπιταλισμού έχουν μικρή σχέση με τις μαρξιστικές έννοιες της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, το κεφάλαιο είναι η κυρίαρχη σχέση, ο κυρίαρχος τρόπος οργάνωσης μιας αστικής κοινωνίας. Δεν είναι ούτε «αντικείμενο», ούτε γενικά πλούτος, τον οποίο μάλιστα μια κοινωνία θα μπορούσε να προμηθεύεται από το εξωτερικό, εγκαταλείποντας έτσι τη δική της «παραγωγή πλούτου». Το κεφάλαιο είναι αυτοαξιοποιούμενη αξία. Είναι εξ ορισμού παραγωγή για την παραγωγή, συσσώρευση σε μια διαρκώς διευρυνόμενη βάση.
Το μακροπρόθεσμο κοινωνικό αποτέλεσμα της κεφαλαιακής σχέσης είναι λοιπόν η τάση για αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας, τάση που αναστέλλεται μόνο προσωρινά από τις κυκλικές κρίσεις του καπιταλισμού, οι οποίες λειτουργούν έτσι κάθε φορά ως αφετηρίες για μια νέα περίοδο καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Η ιστορική εξέλιξη (δηλαδή η ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα στον κλασικό τόπο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τις καπιταλιστικές βιομηχανικές χώρες) επιβεβαίωσε τις θέσεις της μαρξιστικής θεωρίας. Στα κεφάλαια που ακολουθούν θα έχουμε την ευκαιρία να διερευνήσουμε πιο αναλυτικά το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και μεγέθυνσης.
avatar
alexandros

Αριθμός μηνυμάτων : 464
Ημερομηνία εγγραφής : 11/03/2013

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από alexandros Την / Το Κυρ Οκτ 15, 2017 8:03 pm

1.3.3. Εξαγωγές κεφαλαίου και η θεωρία της υποκατανάλωσης
Οι μαρξιστικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό αποτελούν ταυτόχρονα θεωρίες για την εξαγωγή κεφαλαίου. Δύο είναι τα κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα που επιχειρούν να συνδέσουν τις εξαγωγές κεφαλαίων με το σχηματισμό και την κυριαρχία των μονοπωλίων.
α) Η προσέγγιση των αποικιακών πρόσθετων κερδών (υπερκερδών), η οποία υποστηρίζει ότι οι αποικίες ή οι χαμηλά αναπτυγμένες χώρες με αντίστοιχα χαμηλά επίπεδα μισθών χαρακτηρίζονται από συνθήκες μεγαλύτερης κερδοφορίας, με αποτέλεσμα να προσελκύουν από τις αναπτυγμένες χώρες κεφάλαια που επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους.
β) Η προσέγγιση του πλεονάζοντος κεφαλαίου, μια αντίληψη κληρονομημένη από τον Χόμπσον, σύμφωνα με την οποία οι εξαγωγές κεφαλαίου είναι αποτέλεσμα του περιορισμού (εξαιτίας της κυριαρχίας των μονοπωλίων) της σφαίρας επένδυσης του κεφαλαίου στις υπεραναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.
Τόσο ο Μπουχάριν στο βιβλίο του Ιμπεριαλισμός και Παγκόσμια Οικονομία όσο και ο Λένιν στον Ιμπεριαλισμό επαναλαμβάνουν το επιχείρημα του Χίλφερντινγκ (άρα και του Χόμπσον) σχετικά με τις εξαγωγές κεφαλαίου εξαιτίας της πληθώρας κεφαλαίου στις ανεπτυγμένες χώρες.
Η Λούξεμπουργκ επίσης πίστευε ότι η επέκταση του καπιταλισμού στις μη καπιταλιστικές περιοχές και κοινωνικές ζώνες αποτελούσε τον αποφασιστικό παράγοντα για τη
διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου (η οποία σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν καταδικασμένη σε κατάρρευση εξαιτίας της υστέρησης της αγοραστικής δύναμης της κοινωνίας σε σχέση με την προσφορά καπιταλιστικών εμπορευμάτων).
Είναι φανερό ότι οι κλασικές μαρξιστικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό προσεγγίσουν την επιχειρηματολογία του Χόμπσον, η οποία, όπως είδαμε, αναπαράγεται στο εσωτερικό της υποκαταναλωτικής θεώρησης. Στην πραγματικότητα, μόνο στο πλαίσιο της υποκαταναλωτικής προσέγγισης μπορεί να σταθεί ο ισχυρισμός ότι σε ορισμένες χώρες υπάρχει ένας μόνιμος περιορισμός της δυνατότητας για επενδύσεις κεφαλαίου, μόνιμος με την έννοια ότι είναι εντελώς ανεξάρτητος από τις συγκυρίες των κρίσεων υπερσυσσώρευσης και ότι επομένως υφίσταται ένα μόνιμο πλεόνασμα κεφαλαίου.
Εντούτοις, όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει (βλ. υποσημείωση 2 του παρόντος κεφαλαίου), αυτή η υποκαταναλωτική προσέγγιση είχε αποκρουστεί από τον κυρίαρχο μαρξισμό στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα κάτω από την επίδραση της παρέμβασης του Tugan-Baranowsky. Εδώ αξίζει να θυμίσουμε ότι ο ίδιος ο Λένιν είχε την ευκαιρία να ανασκευάσει τα βασικά πορίσματα της θεωρίας της υποκατανάλωσης στο πλαίσιο της πολεμικής του ενάντια στους Ναρόντνικους, το βασικό ρεύμα της ρώσικης Αριστεράς την περίοδο εκείνη.
Ο Λένιν υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα (εάν κανείς δεν λάβει υπόψη του τη συγκυρία των επαναλαμβανόμενων κρίσεων) δεν μπορεί να υπάρχει «ζήτημα της εγχώριας αγοράς», αφού το μέγεθος της αγοράς σε μια συγκεκριμένη χώρα είναι αποτέλεσμα (και μορφή εμφάνισης) του επιπέδου της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη χώρα και όχι προϋπόθεση της ανάπτυξης αυτής.
Το επιχείρημά του ακολουθεί δύο βασικούς άξονες επιχειρηματολογίας:
Από τη μια πλευρά, η ύπαρξη και η διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε μία συγκεκριμένη χώρα έχει σαν προϋπόθεσή της τη συγκρότηση και επέκταση της εγχώριας αγοράς (σε αντίθεση με ότι είχαν υποστηρίξει οι Ναρόντνικοι). Το γεγονός αυτό συμπίπτει με τις ακόλουθες δύο διαδικασίες: α) Δημιουργία ζήτησης για κεφαλαιακά αγαθά (μέσα παραγωγής) από την πλευρά του κεφαλαίου. β) Αντικατάσταση της αυτοσυντηρούμενης προκαπιταλιστικής οικονομίας από την εμπορευματική οικονομία, δηλαδή με την μετατροπή των μέσων επιβίωσης των λαϊκών μαζών σε εμπορεύματα.
Από την άλλη, ο Λένιν ισχυρίζεται ότι μπορεί κατά τη διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης τόσο η παραγωγικότητα της εργασίας όσο και ο όγκος των καπιταλιστικώς παραγόμενων εμπορευμάτων να τείνουν να αυξάνονται με γρηγορότερο ρυθμό από τη μεγέθυνση των λαϊκών εισοδημάτων, ωστόσο αυτό δεν οδηγεί σε μια μόνιμη αδυναμία απορρόφησης ή πραγματοποίησης των εν λόγω καπιταλιστικών εμπορευμάτων, δηλαδή δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα μόνιμο «πρόβλημα των αγορών». Ακόμα και στην απουσία των εξωτερικών αγορών των «τρίτων προσώπων», πέρα από τους καπιταλιστές και τους εργάτες, το πρόβλημα της πραγματοποίησης μπορεί να επιλυθεί με μια ταχύτερη αύξηση της παραγωγικής κατανάλωσης από τους καπιταλιστές (ζήτηση για μέσα παραγωγής) από την αντίστοιχη αύξηση της ατομικής κατανάλωσης. Η όλη αντιπαράθεση είναι στενά συνδεδεμένη με τη μαρξιστική διαμάχη σχετικά με τις οικονομικές κρίσεις. Ο Λένιν αναμφίβολα αντιτίθεται σε όλες τις υποκαταναλωτικές προσεγγίσεις.
Αντίθετα με αυτές τις θέσεις, ο Λένιν της εποχής του Ιμπεριαλισμού μοιάζει να πιστεύει ότι η (περιορισμένη) κατανάλωση των μαζών καθορίζει την πορεία εξέλιξης του καπιταλισμού.
Σε αντιδιαστολή με τις άλλες κλασικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό, που υιοθετούν τη θεωρία της υποκατανάλωσης μόνο σε σχέση με το ζήτημα των εξαγωγών κεφαλαίου, η θεωρία της Ρόζας Λούξεμπουργκ βασίζεται εξ ολοκλήρου στη θεωρία της υποκατανάλωσης.
Εντούτοις, δεν είναι μόνο στα κείμενα του Λένιν που μπορεί κανείς να συναντήσει μια αμφιταλαντευόμενη στάση απέναντι στη θεωρία της υποκατανάλωσης. Το 1925, εκδόθηκε στη Γερμανία το βιβλίο του Μπουχάριν με τίτλο Ιμπεριαλισμός και η Συσσώρευση του Κεφαλαίου. Το έργο αυτό, που είναι πρωτίστως μία απάντηση στη Συσσώρευση του Κεφαλαίουτης Λούξεμπουργκ, περιλαμβάνει μία από τις πιο εμβριθείς μαρξιστικές κριτικές της θεωρίας της υποκατανάλωσης και κατ’ επέκταση ορισμένων από τις βασικές θέσεις που είχαν υιοθετήσει οι μαρξιστικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού, εμφανώς επηρεασμένες από τις αρχικές ιδέες του Χόμπσον.
Ο Μπουχάριν διατύπωσε τη θέση του στη βάση τριών προϋποθέσεων. Πρώτον, ότι η παγκόσμια οικονομία δεν μπορεί να κατανοηθεί σαν ένα αδιαφοροποίητο όλο. Δεύτερον, ότι η κεφαλαιακή διεθνοποίηση δεν προκύπτει από μια υποτιθέμενη «πληθώρα κεφαλαίου» ή από μια «έλλειψη επενδυτικών ευκαιριών» στις χώρες που εξάγουν κεφάλαια, αλλά από τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα ατομικά κεφάλαια στην αναζήτηση πρόσθετων κερδών στην παγκόσμια αγορά. Τρίτον, ότι δεν υπάρχει καμία εγγενής και μόνιμα ενεργή αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση του καπιταλισμού. Το αντίθετο μάλιστα. Η «ενότητα των αντιθέσεων» μπορεί (ανάλογα με τη δυναμική των μεταξύ τους εντάσεων) να θέσει κάποιο όριο στη διαδικασία της κεφαλαιακής διευρυμένης αναπαραγωγής (ή οποία δεν είναι παρά η «διευρυμένη αναπαραγωγή» των καπιταλιστικών αντιθέσεων).
Ο Μπουχάριν αμφισβητεί τη θέση ταμπού του σοσιαλιστικού κινήματος της περιόδου, σύμφωνα με την οποία οι πραγματικοί μισθοί δεν μπορούν να αυξηθούν παραπάνω από το ελάχιστο που απαιτείται για τη φυσική συντήρηση της εργατικής τάξης. Αναγνωρίζει ότι οι συνολικοί πραγματικοί μισθοί μπορούν να αυξηθούν στον καπιταλισμό σε όποιο επίπεδο απαιτεί η απρόσκοπτη αναπαραγωγή των οικονομικοκοινωνικών σχέσεων εξουσίας. Ο βασικός στόχος της κριτικής του Μπουχάριν προς τη Λούξεμπουργκ (ακριβώς όπως και η κριτική του Λένιν προς τους Ναρόντνικους) βασιζόταν στην κατάδειξη της αναγκαιότητας για εγκατάλειψη του υποκαταναλωτικού αξιώματος, στη βάση του οποίου υπάρχει μια ουσιώδης υστέρηση των μισθών σε σχέση με τη κεφαλαιακή παραγωγή τέτοιας έκτασης που «δεν είναι δυνατό αντισταθμίσει την φθίνουσα προσωπική κατανάλωση μέσα από την αύξουσα παραγωγική κατανάλωση».
Ο Μπουχάριν αντικαθιστά το επιχείρημα για τα υποτιθέμενα «αποικιακά επιπρόσθετα κέρδη» με το κριτήριο του γενικού επιπέδου του ποσοστού κέρδους. Όπως σημειώνει και ο Μπους (Βusch 1974: 258-9), ακόμα και αν μπορούσε να υπάρξει «περίσσεια κεφαλαίου», το αποτέλεσμα δεν θα ήταν αναγκαστικά οι εξαγωγές κεφαλαίου. Αυτό το πλεονασματικό κεφάλαιο θα μπορούσε εξίσου καλά να τοποθετηθεί στην εσωτερική αγορά και να πραγματοποιηθεί στην παγκόσμια αγορά (μέσα από την εξαγωγή των εγχωρίως παραχθέντων εμπορευμάτων). Δεν είναι δηλαδή απολύτως απαραίτητο να εξαχθεί στο εξωτερικό με τη μορφή του χρηματικού κεφαλαίου.
Ο Μπουχάριν φαίνεται να θεωρεί τις εξαγωγές κεφαλαίου ως συνιστώσα μιας ευρύτερης διαδικασίας «καπιταλιστικής επέκτασης» στην αναζήτηση υψηλότερου ποσοστού κέρδους. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης, ο Μπουχάριν συνδέει τις εξαγωγές εμπορευμάτων με τις εξαγωγές κεφαλαίων και επιχειρεί να εντοπίσει την κοινή βάση και των δύο διαδικασιών. Η ανάλυσή του βασίζεται στις επισημάνσεις του Μαρξ, που περιέχονται στο Κεφάλαιο, σύμφωνα με τις οποίες το εξωτερικό εμπόριο ανάμεσα σε δυο χώρες με διαφορετική μέση παραγωγικότητα της εργασίας επιτρέπει στην πιο αναπτυγμένη χώρα να αποκομίζει ένα πρόσθετο κέρδος. Το πρόσθετο αυτό κέρδος προκύπτει από το γεγονός ότι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα παράγεται πιο φθηνά στη χώρα με την υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας. Ή, εναλλακτικά, το ίδιο εμπόρευμα πωλείται σε υψηλότερη διεθνή τιμή από την εθνική του τιμή στην πιο ανταγωνιστική χώρα. Η ανάπτυξη λοιπόν του εξωτερικού εμπορίου επιτρέπει, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ, στα πιο αναπτυγμένα κράτη να αποκομίζουν πρόσθετα κέρδη και να βελτιώνουν έτσι το γενικό ποσοστό κέρδους τους. Ο Μπουχάριν θα θεωρήσει, συνεπώς, την αναζήτηση των πρόσθετων κερδών ως αιτία όχι μόνο για την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, αλλά και των εξαγωγών κεφαλαίου.
H επιχειρηματολογία του Μπουχάριν παρουσιάζει ένα σημαντικό κενό: Ποια σχέση υφίσταται πράγματι ανάμεσα στη διαδικασία ιδιοποίησης ενός πρόσθετου κέρδους μέσω του εξωτερικού εμπορίου (σε βάρος μιας χώρας με χαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας) και στις εξαγωγές κεφαλαίου (προς αυτή τη λιγότερο αναπτυγμένη χώρα); Ή για να το διατυπώσουμε διαφορετικά: Γιατί δεν καταφέρνει το κεφάλαιο μιας πιο αναπτυγμένης εθνικής οικονομίας να εκμηδενίσει στην παγκόσμια αγορά τα κεφάλαια των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών, κατά τρόπο ανάλογο με όσα συμβαίνουν στην εσωτερική αγορά, όπου τα λιγότερο αναπτυγμένα κεφάλαια ενός κλάδου είτε εξαναγκάζονται να εκσυγχρονισθούν είτε οδηγούνται στον αφανισμό; Γιατί δεν επαρκεί στα πιο αναπτυγμένα κεφάλαια της παγκόσμιας αγοράς η κυριαρχική θέση τους στο διεθνές εμπόριο και καταφεύγουν και στην πρακτική της εξαγωγής κεφαλαίου; Ο Μπουχάριν δεν θέτει καν τα ερωτήματα αυτά, αλλά όπως θα δούμε παρακάτω, η δυνατότητα να κατανοήσουμε τα δομικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων μορφών διεθνοποίησης του κεφαλαίου εξαρτάται ακριβώς από την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα.
 
1.4. Κωδικοποίηση της θεωρητικής προβληματικής των κλασικών θεωριών
Οι κλασικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό δεν εισάγουν απλώς ένα νέο αντικείμενο ανάλυσης. Εγκαινιάζουν, επίσης, και μια νέα προβληματική (ή εναλλακτικά συγκροτούν ένα νέο «θεωρητικό υπόδειγμα») στο εσωτερικό της μαρξιστικής θεωρίας.
Για όλες τις κλασικές μαρξιστικές θεωρίες υφίσταται μια αιτιακή σχέση ανάμεσα στα δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου («μονοπωλιακού») καπιταλισμού και στην ιμπεριαλιστική επέκταση του κεφαλαίου. Οι κλασικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένες μορφές που έπαιρνε η διεθνοποίηση του κεφαλαίου και η ιμπεριαλιστική πολιτική στην εποχή τους αποτελούσαν αναγκαίες εκφάνσεις και αποτελέσματα των δομικών χαρακτηριστικών του μονοπωλιακού καπιταλισμού.
Η αποικιοκρατία και ο προστατευτισμός, που, όπως ξέρουμε τώρα, αποτέλεσαν απλώς ιστορικές μορφές της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, μορφές που κυριάρχησαν μόνο κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εκλαμβάνονταν από τις κλασικές θεωρίες ως δομικά χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού, ως αναγκαία αποτελέσματα του μετασχηματισμού του «παλιού καπιταλισμού» σε «μονοπωλιακό καπιταλισμό». Ο Λένιν, για παράδειγμα, υποστήριξε επανειλημμένα ότι η φιλελευθεροποίηση του διεθνούς εμπορίου ήταν αδιανόητη, αποτελούσε «ουτοπία». Μια παρόμοια αυθαίρετη θεωρητικοποίηση των ιστορικών επιφαινομένων αποτελεί η θέση ότι «πιο γρήγορα απ’ όλα αναπτύσσεται ο καπιταλισμός στις αποικίες και τις υπερπόντιες χώρες» (Λένιν 1970: 94).
Κατά τη γνώμη μας, η αυθαίρετη αυτή «εμπειριστική θεωρητικοποίηση» των ιστορικών μορφών εμφάνισης της καπιταλιστικής κυριαρχίας καθορίστηκε τόσο από πολιτικούς όσο και από θεωρητικούς παράγοντες.
Οι πολιτικοί παράγοντες συναρτώνται με τους πολιτικούς στόχους των κλασικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό και τον πολεμικό τους χαρακτήρα ενάντια στις αστικές και τις μεταρρυθμιστικές θεωρίες. Ο σύγχρονος καπιταλισμός έπρεπε, δηλαδή, να παρουσιασθεί ως ένα κοινωνικό σύστημα που δεν μπορεί να «βελτιωθεί» ή να μεταρρυθμισθεί.
Πιο καθοριστικοί είναι όμως οι θεωρητικοί παράγοντες. Εδώ, κατά κύριο λόγο, πρόκειται για τη σύγχυση ανάμεσα σε δύο θεωρητικά αντικείμενα: σύγχρονος καπιταλισμός - επέκταση του κεφαλαίου. Αυτή η σύγχυση-ταύτιση αποτελεί κοινό τόπο για όλες τις κλασικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό. Έτσι, η επέκταση του κεφαλαίου (ο ιμπεριαλισμό με τη στενή έννοια) δεν θεωρείται απλώς ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της κυριαρχίας των μονοπωλίων, αλλά ταυτίζεται συχνά μ’ αυτή την ίδια την κυριαρχία των μονοπωλίων.
Επιπλέον, αυτή η αναγωγή του ιμπεριαλισμού στην «κυριαρχία των μονοπωλίων» υποβιβάζει την πολιτική του κράτους σε απλή αντανάκλαση της οικονομικής βάσης. Εκείνο που η αντίληψη αυτή δεν λαμβάνει υπόψη της είναι η σχετική αυτονομία του πολιτικού, όπως, για παράδειγμα, εκφράζεται στον ιστορικό ανταγωνισμό ανάμεσα σε ορισμένα αστικά κράτη αλλά και στην εγγενή τάση για επέκταση των ορίων της κυριαρχίας του καπιταλιστικού κράτους, ιδιαίτερα όταν τα «εθνικά ζητήματα» παραμένουν ανοικτά. Οι εθνικοί ανταγωνισμοί είναι τυπικά ο παράγοντας που επικαθορίζει τις επεκτατικές τάσεις σε οικονομικό επίπεδο οδηγώντας, ορισμένες φορές, σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Όταν, όμως, υποτιμάται ο ρόλος του πολιτικού επιπέδου, η θεωρητική ανάλυση τείνει αναγκαστικά προς τον οικονομιστικό αναγωγισμό, και καθίσταται έτσι αδύνατη η ουσιαστική προσέγγιση των χαρακτηριστικών, των τάσεων εξέλιξης και των αντιφάσεων της καπιταλισμού. Για παράδειγμα, είναι βέβαια σωστή η θέση του Λένιν ότι η βάση για τη διαίρεση των σφαιρών κυριαρχίας και επιρροής των ιμπεριαλιστικών χωρών δεν μπορεί να είναι άλλη από τη συνολική δύναμη της καθεμιάς από αυτές τις χώρες. Αυτή η γενική διατύπωση δεν επαρκεί όμως, αν δεν συμπληρωθεί από μια συγκεκριμένη ανάλυση της διεθνοπολιτικής συγκυρίας, για να προσδιορίσουμε την εκάστοτε συγκεκριμένη μορφή των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.
Είναι, συνεπώς, αναγκαίο σε όλες τις περιπτώσεις να αποφεύγεται η οικονομιστική σχηματοποίηση, στο πλαίσιο της οποίας εξισώνεται μηχανιστικά η διαδικασία της διεθνοποίησης και της διεθνούς επέκτασης της καπιταλιστικής κυριαρχίας με τη διαδικασία ανάπτυξης των μορφών της καπιταλιστικής κυριαρχίας.
 
Η διερεύνηση των κλασικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό μάς οδηγεί στα ακόλουθα πρώτα θεωρητικά συμπεράσματα:
1.                   Η ιμπεριαλιστική διεθνοποίηση του καπιταλισμού μπορεί να προσεγγισθεί αποκλειστικά στη βάση της αντίληψης του Λένιν για την ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Αντίθετα, τα σχήματα που αντιλαμβάνονται τον ιμπεριαλισμό ως μια ενιαία παγκόσμια καπιταλιστική δομή αποδεικνύονται αδιέξοδα, τόσο από θεωρητική άποψη όσο και σε αναφορά με το εμπειρικό υλικό που προσφέρει η εξέλιξη του καπιταλισμού.
2.                   Η αντίληψη που θέλει τον ιμπεριαλισμό σαν εκδήλωση ενός καπιταλισμού σε «αποσύνθεση» ή σε «θανάσιμη αγωνία» έχει πολύ μικρή σχέση με τη μαρξική θεωρία ή τα εμπειρικά δεδομένα.
3.                   Η έννοια της κυριαρχίας των μονοπωλίων που εισήγαγαν οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού πρέπει να υποβληθεί σε αυστηρότερη εξέταση.
4.                    Τέλος, οι κεφαλαιακές εξαγωγές και η συνακόλουθη διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν μπορούν να εξηγηθούν στη βάση της ύπαρξης πλεονάζοντος κεφαλαίου στις καπιταλιστικές χώρες. Συνδέονται με τις διεθνείς διαφορές στο ποσοστό του κέρδους και με τον (εμπορικό) κεφαλαιακό ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά.
/
Extras [προαιρετικό]: Υποκαταναλωτική Θεωρεία
Η υποκατανάλωση υποδηλώνει ανεπαρκή ζήτηση, σε σχέση με την προσφορά, για ένα προϊόν σε δεδομένες τιμές. Οι κλασικές υποκαταναλωτικές θεωρίες, όπως αναπτύχθηκαν από τον Sismonde de Sismondi και τον Robert Malthus, μπορούν να περιγραφούν με τις ακόλουθες προτάσεις: Πρώτον, στην καπιταλιστική οικονομία υπάρχει μια εγγενής τάση προς οικονομικές κρίσεις γενικευμένης υπερπαραγωγής, εξαιτίας της αδυναμίας της ζήτησης (με αγοραστική δυνατότητα) να συμβαδίσει με την παραγωγή. Δεύτερον, όταν η προσφορά υπερβαίνει τη συνολική ζήτηση, δεν υπάρχει κάποια ενδογενής δυναμική για επαναφορά στην πλήρη απασχόληση, διότι η ζήτηση έχει προτεραιότητα σε σχέση με την προσφορά. Είναι η ζήτηση που κινεί και ρυθμίζει την παραγωγή και όχι το αντίστροφο, όπως υποστηρίζει ο νόμος του Say. Ωστόσο, ο Σισμοντί και ο Μάλθους διατηρούν διαφορετικές ερμηνείες για τα αίτια της υποτιθέμενης ανεπαρκούς ζήτησης και διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπισθούν. Με κίνδυνο να φανούμε σχηματικοί, μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικές προσεγγίσεις στο εσωτερικό της υποκαταναλωτικής προβληματικής.
Η πρώτη προσέγγιση, η οποία διατυπώθηκε από τον Μάλθους, αποδίδει τις κρίσεις (και την ανεργία) πρωτίστως στην υπεραποταμίευση των καπιταλιστών για την επιδίωξη της διευρυμένης παραγωγής. Ο Μάλθους υποστήριξε ότι η αύξηση των επενδυμένων αποταμιεύσεων αυξάνει το συνολικό προϊόν δυσανάλογα με την αύξηση της αντίστοιχης δυνατότητας της κοινωνίας να το καταναλώσει. Το πρόβλημα της υποκατανάλωσης από τις βασικές οικονομικές τάξεις (εργάτες και καπιταλιστές), σύμφωνα με την άποψη αυτή, μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο μέσα από επέκταση της κατανάλωσης των γαιοκτημόνων, των αριστοκρατών και των άλλων μη παραγωγικών τάξεων(δημόσιων υπαλλήλων, κληρικών κ.λπ.), οι οποίες θα απορροφούν συνεπώς την πλεονάζουσα καπιταλιστική παραγωγή.
Η δεύτερη προσέγγιση, που διατυπώθηκε από τον Σισμοντί, περιλαμβάνει την άποψη ότι (με δεδομένη την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και έτσι την αύξηση του συνολικού προϊόντος) η βασική αιτία των κρίσεων και της ανεργίας είναι η αδυναμία των εργαζομένων, εξαιτίας των χαμηλών μισθών, να καταναλώσουν το προϊόν που έχουν οι ίδιοι παράγει. Η κριτική του Σισμοντί βασιζόταν στην πεποίθηση ότι ο καπιταλισμός (αντικαθιστώντας τους εργαζομένους με μηχανές και με αυτόν τον τρόπο οδηγώντας αμετάκλητα τους μισθούς και τη μαζική κατανάλωση σε χαμηλά επίπεδα) θα αποκτήσει αναπόφευκτα τη μορφή ενός κοινωνικού λοιμού, κάνοντας αδύνατη τη δική του μελλοντική ανάπτυξη. Θεώρησε, συνεπώς, ότι η οικονομική κρίση θα γίνει από ένα σημείο και μετά ένα μόνιμο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού.
Οι «Ναρόντνικοι» στη Ρωσία και, μετά τους θανάτους των Μαρξ και Ένγκελς, οι «ορθόδοξοι μαρξιστές» των γερμανόφωνων χωρών, είχαν υιοθετήσει μια υποκαταναλωτική ερμηνεία των κρίσεων στο πλαίσιο της ανάλυσης του Σισμοντί, η οποία βασιζόταν στην υπόθεση ότι στον καπιταλισμό η παραγωγή πάντα θα αυξάνεται ταχύτερα από την ικανότητα της κοινωνίας να καταναλώνει. Η επέκταση της αγοράς εμπορευμάτων με τη βοήθεια των «τρίτων προσώπων», σε μέρη που χαρακτηρίζονται από μη καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, παρέμενε τώρα η μόνη (αν και προσωρινή) λύση στο έμφυτο πρόβλημα πραγματοποίησης.
Η προσέγγιση αυτή, εντούτοις, αναιρέθηκε στο εσωτερικό του μαρξισμού τόσο στη Ρωσία όσο και στις γερμανόφωνες χώρες μετά τη θεωρητική παρέμβαση του ρώσου μαρξιστή Mikhail v. Tugan-Baranowsky (ο οποίος δημοσίευε επίσης και στα γερμανικά) το διάστημα 1894-1900. Η κριτική του Τουγκάν-Μπαρανόφσκι μπορεί να συνοψισθεί σε δύο βασικά επιχειρήματα: α) Υιοθετώντας την υποκαταναλωτική προσέγγιση, οι μαρξιστές διαχωρίστηκαν από τον Μαρξ ο οποίος έδειξε στα αναπαραγωγικά σχήματα του δεύτερου τόμου τού Κεφαλαίου ότι η διευρυμένη αναπαραγωγή μιας «αμιγώς» καπιταλιστικής οικονομίας είναι δυνατή και η ύπαρξη μη καπιταλιστικών «τρίτων προσώπων» περιττή. β) Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και του μεριδίου του κέρδους (εξαιτίας της αύξησης του όγκου των καπιταλιστικώς παραγόμενων εμπορευμάτων ταχύτερα από τους πραγματικούς μισθούς) δεν σημαίνει ότι η καταναλωτική δυνατότητα της εσωτερικής αγοράς υστερεί της παραγωγής. Αντί για το τελευταίο, εκείνο που λαμβάνει χώρα είναι μια αναδόμηση της αγοράς: Ο τομέας της οικονομίας που παράγει μέσα παραγωγής (τομέας Ι) αυξάνεται ταχύτερα από τον τομέα των καταναλωτικών εμπορευμάτων (τομέας ΙΙ), και η εσωτερική αγορά για μέσα παραγωγής μεγαλώνει πιο γρήγορα από την αγορά για μέσα κατανάλωσης.
/
avatar
alexandros

Αριθμός μηνυμάτων : 464
Ημερομηνία εγγραφής : 11/03/2013

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από alexandros Την / Το Κυρ Οκτ 15, 2017 8:04 pm

2.                  Μεταπολεμικές προσεγγίσεις για τον ιμπεριαλισμό: Το ρεύμα «μητρόπολη-περιφέρεια»
 
2.1 Εισαγωγικά σχόλια: Το ζήτημα της εξάρτησης
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που ακολούθησαν, οι περισσότερες πρώην αποικιακές περιοχές απέκτησαν το καθεστώς ανεξάρτητης χώρας, γεγονός που ταυτίζεται με τη διάλυση των αυτοκρατοριών και της αποικιοκρατίας. Εντούτοις, οι περισσότερες μαρξιστικές αναλύσεις για τον ιμπεριαλισμό που διατυπώθηκαν κατά τη μεταπολεμική περίοδο θεωρούν ως δεδομένο ότι οι πρώην αποικίες συνεχίζουν να υπόκεινται σε έναν ιμπεριαλιστικό ζυγό, μέσω σχέσεων εξάρτησης.
Σύμφωνα με αυτή τη θεωρεία, διαπιστώνεται ένας ειδικός τύπος ανάπτυξης στις χωρών που είναι εξαρτημένες από τον ιμπεριαλισμό. Η εξάρτηση που δημιουργήθηκε από την αποικιοκρατία διαιωνίζεται σε όλες τις σφαίρες-κλειδιά της οικονομικής ζωής των αναπτυσσόμενων χωρών.
Η έννοια της εξάρτησης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις περισσότερες μεταπολεμικές προσεγγίσεις για τον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό και το κράτος. Μαζί με τη σχετική έννοια του παγκόσμιου καπιταλισμού χαρακτηρίζει όχι μόνο τις θεωρίες κέντρου - περιφέρειας, αλλά και τις περισσότερες ετερόδοξες εκδοχές της πολιτικής οικονομίας της ανάπτυξης.
H έννοια του «παγκόσμιου καπιταλισμού», όπως αυτή διαμορφώθηκε στο πλαίσιο των κλασικών θεωριών του ιμπεριαλισμού, αποτέλεσε τη βάση για τη μορφοποίηση, μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μιας σειράς θεωρητικών προσεγγίσεων που αντιλαμβάνονται τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις ως σχέσεις εκμετάλλευσης και πόλωσης ανάμεσα σ’ ένα αναπτυγμένο ιμπεριαλιστικό κέντρο και μια εξαρτημένη περιφέρεια. Οι προσεγγίσεις αυτές ονομάστηκαν, λόγω του κοινού θεωρητικού συμπεράσματος στο οποίο μόλις αναφερθήκαμε, «θεωρίες μητρόπολης-περιφέρειας».
2.2. Η παραδοσιακή προσέγγιση
Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης τυποποιούνται δύο κατευθύνσεις:
H πρώτη κατεύθυνση προσανατολίζεται κυρίως προς τη μελέτη της παγκόσμιας οικονομίας και περιγράφει (όπως αυτή αντιλαμβάνεται) την ανισομέρεια στην παγκόσμια παραγωγή και στο διεθνές εμπόριο, στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων κ.λπ. Εντοπίζει έτσι και περιγράφει τη συνεχή «μεταφορά πόρων» από τον Τρίτο Κόσμο προς τη μητρόπολη, την «απομύζηση» των πρώτων υλών από την περιφέρεια, με δυο λόγια την «εκμετάλλευση» των χωρών της περιφέρειας από το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο. Αυτή η «λεηλασία» των χωρών της περιφέρειας από τον ιμπεριαλισμό, αποτέλεσμα της εξάρτησής τους, θεωρείται και η αιτία για την υπανάπτυξή τους. H εξάρτηση είναι λοιπόν, σύμφωνα με όλες τις θεωρίες που εξετάζουμε εδώ, ο όρος κλειδί για να ερμηνεύσουμε την εξέλιξη και το χαρακτήρα της περιφέρειας.
H δεύτερη κατεύθυνση στο πλαίσιο της παραδοσιακής ανάλυσης, που είναι και η πιο διαδεδομένη, προσανατολίζεται κυρίως στα αποτελέσματα που έχει η εξάρτηση στην εσωτερική δομή της περιφέρειας (κυριαρχία του ξένου κεφαλαίου, οικονομική, πολιτική, τεχνολογική, πολιτιστική εξάρτηση κ.λπ.). H εξάρτηση, όπως υποστηρίζεται, δημιουργεί την υπανάπτυξη. H υπανάπτυξη είναι στενά συνδεδεμένη με την κοινωνική ανισότητα, την ανεργία, την περιθωριοποίηση και την εξαθλίωση μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού. H κοινωνική περιθωριοποίηση και η φτώχεια διατηρούν εξαιρετικά περιορισμένη τη δυνατότητα του πληθυσμού για κατανάλωση, κι έτσι περιορίζουν παράλληλα τις δυνατότητες και τα περιθώρια για οικονομική ανάπτυξη. Παράλληλα, η ιμπεριαλιστική εξάρτηση διαστρεβλώνει την οικονομία της περιφέρειας, γιατί της επιβάλλει να ειδικευθεί σ’ έναν περιορισμένο αριθμό προϊόντων χαμηλής τεχνολογίας, που παράγονται με σχετικά χαμηλό κόστος λόγω των χαμηλών μισθών και εξάγονται προς τις μητροπόλεις. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η οικονομία της περιφέρειας χαρακτηρίζεται από στρεβλότητα και εξωστρέφεια. H βιομηχανική ανάπτυξη που παρατηρείται κατά τα τελευταία χρόνια σε ορισμένες χώρες του Tρίτου Kόσμου δεν αναιρεί τα βασικά χαρακτηριστικά της εξαρτημένης και περιφερειακής ανάπτυξης.
H υπανάπτυξη δεν αποτελεί λοιπόν ένα πρώιμο στάδιο της ανάπτυξης. Αποτελεί μέσα στο πλαίσιο του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος το αναγκαστικό και μόνιμο αποτέλεσμα της κυριαρχίας του μητροπολιτικού καπιταλισμού.
Οι περιφερειακοί σχηματισμοί, παρά τη διαφορετική τους προέλευση, έχουν την τάση να συγκλίνουν προς ένα όμοιο ουσιαστικά μοντέλο· αυτό το φαινόμενο εκφράζει σε παγκόσμια κλίμακα την αυξανόμενη ενοποιητική δύναμη του καπιταλισμού. Πράγματι, όλοι αυτοί οι σχηματισμοί έχουν κοινά τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά: 1) την πρωτοκαθεδρία του αγροτικού καπιταλισμού στον εθνικό τομέα, 2) το σχηματισμό της ντόπιας αστικής τάξης, που είναι κυρίως εμπορική, στη σκιά του κυρίαρχου ξένου κεφαλαίου, 3) την τάση για μια ιδιότυπη γραφειοκρατική ανάπτυξη, 4) τον ατελή και ιδιόμορφο χαρακτήρα των φαινομένων προλεταριοποίησης.
H παραδοσιακή προσέγγιση αποτελεί τη βασική μήτρα από την οποία θα προκύψουν οι περισσότερες από τις αναλύσεις για τον «περιφερειακό καπιταλισμό».
 
2.3. Παραμόρφωση της κοινωνικοοικονομικής δομής: δυαδισμός, αποδιάρθρωση, δομική ετερογένεια
H θεωρία του δυαδισμού
H θεωρία του δυαδισμού είναι η παλαιότερη εκδοχή της εξάρτησης και διατυπώνεται με ολοκληρωμένη μορφή από τον Ούγγρο θεωρητικό Ταμάς Τσέντες (1974). O Τσέντες ισχυρίζεται ότι, ως αποτέλεσμα της εξάρτησης, οι υπανάπτυκτες κοινωνίες συγκροτούνται από δύο αυτόνομους τομείς: έναν «μοντέρνο», δηλαδή καπιταλιστικό και σχετικά αναπτυγμένο τομέα της οικονομίας, και έναν «παραδοσιακό» τομέα μ’ εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα, που βασίζεται σε προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και εκμετάλλευσης. Οι δύο αυτοί τομείς παραμένουν, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ασύνδετοι μεταξύ τους. O δυαδισμός σημαίνει δηλαδή παράλληλα και εσωτερική αποδιάρθρωση των υπανάπτυκτων χωρών, που στην ουσία αποτελούν «δύο κοινωνίες». H αποδιάρθρωση έχει ως συνέπεια να μη μεταφέρονται τα αποτελέσματα της όποιας ανάπτυξης του μοντέρνου τομέα στην υπόλοιπη κοινωνία. Αντίθετα, ο τομέας αυτός διατηρεί τις βασικές του συνδέσεις μόνο με το εξωτερικό. Δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και αυτή την εξάρτηση εξακολουθεί να στηρίζει. Εξυπηρετεί τις ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς και όχι της εσωτερικής-εθνικής αγοράς, που παραμένει στενή και χωρίς δυναμισμό. O μοντέρνος καπιταλιστικός τομέας δεν αναιρεί, λοιπόν, την υπανάπτυξη. Απλώς παίρνει το χαρακτήρα ενός θύλακα στο εσωτερικό των περιφερειακών κοινωνιών. Δυαδισμός σημαίνει έτσι ταυτόχρονα και εσωτερική αποδιάρθρωση. H αποδιάρθρωση με τη σειρά της συνδέεται άμεσα με την εξωστρέφεια.
Οι πιο σύγχρονοι θεωρητικοί του «περιφερειακού καπιταλισμού» θα τροποποιήσουν λιγότερο ή περισσότερο τη θεωρία του δυαδισμού, προκρίνοντας κάποια στοιχεία και απορρίπτοντας άλλα.
Μια τάση θεωρητικών της Λατινικής Αμερικής θα υποστηρίξει ότι το κυρίαρχο στοιχείο είναι η εσωτερική αποδιάρθρωση της περιφερειακής οικονομίας, αποτέλεσμα του ότι ο αναπτυγμένος τομέας της οικονομίας προσανατολίζεται κυρίως προς την παγκόσμια αγορά. Αυτή όμως η αποδιάρθρωση, θα συνεχίσουν, δεν δημιουργεί «δύο κοινωνίες», όπως υποστηρίζει η θεωρία του δυαδισμού απλά χαλαρώνει την εσωτερική συνοχή της ενιαίας περιφερειακής κοινωνίας.
 
Η θεωρία της δομικής ετερογένειας
To ζήτημα των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής και της διευρυμένης αναπαραγωγής τους λόγω της εξάρτησης επαναφέρει η θεωρία της «δομικής ετερογένειας», που εισάγει ο Αρμάντο Κόρδοβα.
Με τον όρο ετερογένεια της κοινωνικοοικονομικής δομής μιας ενότητας αντιλαμβάνεται την ύπαρξη οικονομικών κλάδων στους οποίους κυριαρχούν σχέσεις παραγωγής που βασίζονται σε διαφορετικές σχέσεις ιδιοκτησίας των συντελεστών της παραγωγής. Μια ετερογενής κοινωνικοοικονομική δομή συνεπάγεται ένα ετερογενές σύστημα τάξεων. H ετερογένεια στην κοινωνικοοικονομική και στην ταξική δομή παράγει μια ετερογένεια και στα διαφορετικά επίπεδα του εποικοδομήματος.
Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι «η δομική ετερογένεια» προκαλεί μια «δομική παραμόρφωση», δηλαδή η καπιταλιστική ανάπτυξη αποκτά έναν ανισομερή και παραμορφωμένο χαρακτήρα. H δομική παραμόρφωση δεν θεωρείται όμως αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης του καπιταλιστικού από τους μη καπιταλιστικούς τομείς της οικονομίας, αλλά αποτέλεσμα που προκύπτει από τη συγκεκριμένη συνάρθρωση αυτών των τομέων μεταξύ τους.
Η δομική ετερογένεια δεν είναι παρά το αναγκαστικό αποτέλεσμα της κυριαρχίας του μητροπολιτικού καπιταλισμού πάνω στις περιφερειακές κοινωνίες, λόγω της διάσπασης του «παγκόσμιου καπιταλισμού» σε μια ιμπεριαλιστική μητρόπολη και μια εξαρτημένη (και ετερογενή) περιφέρεια.
2.4. H θεωρία της άνισης ανταλλαγής
H θεωρία της άνισης ανταλλαγής αναπτύχθηκε στη Γαλλία από τον Αργύρη Εμμανουήλ (1978). O Εμμανουήλ υποστηρίζει ότι οι αναπτυγμένες και οι υπανάπτυκτες χώρες διαχωρίζονται στο πλαίσιο της παγκόσμιας αγοράς σε δύο απόλυτα διακριτές ομάδες, που κατά βάση είναι μη ανταγωνιστικές μεταξύ τους, γιατί ειδικεύονται στην παραγωγή διαφορετικών προϊόντων. Οι ανταλλαγές ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες χωρών είναι άνισες, δηλαδή συνεπάγονται μια διαρκή μεταβίβαση πόρων από τις υπανάπτυκτες χώρες στην ομάδα των αναπτυγμένων χωρών. Αυτή η άνιση ανταλλαγή αποτελεί την εσωτερική αιτία που διατηρεί και αναπαράγει την πόλωση ανάμεσα στην ανάπτυξη και στην υπανάπτυξη. Οι άνισες ανταλλαγές, υποστηρίζεται, οφείλονται στο ριζικά άνισο επίπεδο των μισθών ανάμεσα στις δύο ομάδες χωρών.
Ο Εμμανουήλ ξεκινάει από τρεις βασικές υποθέσεις.
Πρώτον, ότι ως αποτέλεσμα της διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου διαμορφώνεται στην παγκόσμια αγορά ένα διεθνές μέσο ποσοστό κέρδους. Παράλληλα, σχηματίζονται διεθνείς τιμές παραγωγής.
 Δεύτερον, ότι το εθνικό επίπεδο των μισθών, παρότι διαφορετικό από χώρα σε χώρα, έχει την τάση να πολώνεται τελικά σε δύο παγκόσμια επίπεδα: με υψηλούς μισθούς στις χώρες του κέντρου και πολύ χαμηλότερους μισθούς στην περιφέρεια. H πόλωση αυτή προέρχεται από την «απουσία κινητικότητας του συντελεστή εργασίας» στην παγκόσμια αγορά.
Τρίτον, ότι στο σύστημα των διεθνών ανταλλαγών η ανεξάρτητη μεταβλητή είναι ο μισθός, που καθορίζεται όχι με βάση κάποιους «οικονομικούς νόμους» αλλά από ιστορικούς και κοινωνικούς παράγοντες.
Το γεγονός λοιπόν ότι στην παγκόσμια αγορά διαμορφώνεται ένα ενιαίο ποσοστό κέρδους ενώ αναπαράγεται η πόλωση στο επίπεδο του μισθού (που είναι «ένα άμεσα πολιτικό μέγεθος»), έχει ως αποτέλεσμα τις άνισες ανταλλαγές. Η διαδικασία εξίσωσης των ποσοστών κέρδους σε παγκόσμια κλίμακα θα μεταβιβάζει διαρκώς αξία από τις χώρες των χαμηλών μισθών σ’ εκείνες των υψηλών μισθών.
H άνιση ανταλλαγή λοιπόν ορίζεται ως «η σχέση των τιμών ισορροπίας που απορρέει από την εξίσωση των ποσοστών του κέρδους μεταξύ περιοχών με ποσοστά υπεραξίας θεσμικά διαφορετικά – ο όρος “θεσμικά” σημαίνοντας ότι τα ποσοστά αυτά δεν υπόκεινται, για οποιοδήποτε λόγο, σε εξίσωση μέσω του ανταγωνισμού στην αγορά συντελεστών».
O Εμμανουήλ συνάγει από τη θεωρία του μια σειρά από πολιτικά συμπεράσματα. Το βασικό είναι ότι η άνιση ανταλλαγή και η διεθνής ειδίκευση εγκαθιδρύουν ένα σύστημα εκμετάλλευσης κάποιων χωρών από κάποιες άλλες χώρες. Δεν πρόκειται δηλαδή για την εκμετάλλευση των λαϊκών τάξεων στις χώρες του Τρίτου Κόσμου από το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο (παράλληλα με την εκμετάλλευση από το «δικό τους» εθνικό κεφάλαιο). Πρόκειται για την από κοινού εκμετάλλευση της περιφέρειας από τις αναπτυγμένες χώρες.
 
2.5. H παρέμβαση του Μπετελέμ και η θεωρία της συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα
O Σαρλ Μπετελέμ (Charles Bettelheim), στις «Θεωρητικές Παρατηρήσεις» του που δημοσιεύονται μαζί με το δοκίμιο του Εμμανουήλ, υποβάλλει σε κριτική την ιδέα της άνισης ανταλλαγής, από τη σκοπιά των εννοιών και των κατηγοριών της μαρξιστικής θεωρίας. O Μπετελέμ θα υποστηρίξει καταρχήν ότι, σύμφωνα με την προβληματική του Μαρξ, «η εμπορευματική ανταλλαγή έχει αναγκαστικά τη μορφή ισοδύναμης ανταλλαγής» και έτσι είναι αδόκιμο να ισχυρίζεται κανείς, όπως ουσιαστικά κάνει ο Εμμανουήλ, ότι «υπάρχει ανεξάρτητα και πριν από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση (με την έννοια μιας εκμετάλλευσης οφειλόμενης σε επενδύσεις κεφαλαίων) μια εμπορική εκμετάλλευση των αποικιακών ή μισοαποικιακών χωρών πολύ βαθύτερη από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση».
O Μπετελέμ θα υποστηρίξει ακόμη ότι είναι πέρα για πέρα αβάσιμη η θέση του Εμμανουήλ ότι ο μισθός αποτελεί ανεξάρτητη μεταβλητή. Οι χαμηλοί μισθοί αντιστοιχούν σε κάποιες κοινωνικοοικονομικές δομές με χαμηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και χαμηλή οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Αποτελούν ένα σχετικά αυτόνομο στοιχείο αυτών των δομών. Προσδιορίζονται όμως τελικά από τη συνολική συγκρότηση κάθε συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού. O όρος «εκμετάλλευση» αποδίδει κάποιες ταξικές σχέσεις παραγωγής, αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική-ταξική δομή στο πλαίσιο κάθε συγκεκριμένης χώρας.
Επομένως: Είναι απαραίτητο να σκεφτούμε κάθε «χώρα» σαν να συνιστά έναν κοινωνικό σχηματισμό με μία συγκεκριμένη δομή, συγκεκριμένα εξαιτίας της ύπαρξης τάξεων με αντιφατικά συμφέροντα. Αυτή η δομή είναι που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο κάθε κοινωνικός σχηματισμός προσαρμόζεται στις διεθνείς σχέσεις παραγωγής.
Παρουσιάζοντας μ’ έναν τέτοιο τρόπο την εκμετάλλευση χωρών από άλλες χώρες, ο Εμμανουήλ μένει στα επιφανειακά αποτελέσματα που έχουν στο χώρο της ανταλλαγής οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και συνακόλουθα συγκαλύπτει αυτές τις σχέσεις. Συνοψίζοντας αυτά τα συμπεράσματα, ο Μπετελέμ θα υποστηρίξει ότι η ανάλυση του Εμμανουήλ είναι «προ-κριτική», δηλαδή οπισθοδρομεί από τον θεωρητικό χώρο και τις κατακτήσεις της μαρξικής «Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας».
H θεωρία του Εμμανουήλ θα γίνει αποδεκτή από αρκετούς οπαδούς και εκπροσώπους του ρεύματος μητρόπολης - περιφέρειας. Επιφανέστερος ο Σαμίρ Αμίν, που θα αναλάβει να υπερασπίσει μάλιστα τον μαρξιστικό χαρακτήρα της θεωρίας αυτής απέναντι στην κριτική του Μπετελέμ (αλλά και άλλων). O Aμίν θα υιοθετήσει ολόκληρο το θεωρητικό σχήμα της άνισης ανταλλαγής (1978: 147), αλλά θα απαλείψει τις ακραίες του πολιτικές συνέπειες, που όπως είδαμε ο Εμμανουήλ δεν δίστασε να τονίσει.
Ο Αμίν θα επιχειρήσει να διασώσει τη θεωρία της άνισης ανταλλαγής (απέναντι στην κριτική του Μπετελέμ), βασιζόμενος στην προσέγγιση περί συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η πόλωση στο επίπεδο των μισθών, που χαρακτηρίζει το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, προέκυψε από τον διαφορετικό τύπο ανάπτυξης που ακολούθησαν η μητρόπολη και η περιφέρεια αντίστοιχα. O μισθός δεν αποτελεί, επομένως, «ανεξάρτητη μεταβλητή», θα παραδεχθεί. Οι υψηλοί μισθοί είναι το αποτέλεσμα του «μοντέλου ανάπτυξης» που ακολούθησε το κέντρο, του μοντέλου της «αυτόκεντρης ανάπτυξης». Αντίστοιχα, οι χαμηλοί μισθοί της περιφέρειας προέκυψαν από το «μοντέλο της εξωστρεφούς ανάπτυξης» που επιβλήθηκε στην περιφέρεια από τον ιμπεριαλισμό. Με άλλα λόγια, η άνιση ανταλλαγή είναι λιγότερο η αιτία και περισσότερο το αποτέλεσμα της παραμόρφωσης και της υπανάπτυξης του Τρίτου Κόσμου.
Σύμφωνα με τον Αμίν, σ’ ένα αυτόκεντρο σύστημα προϋποτίθεται η ταυτόχρονη ύπαρξη, στενή διαπλοκή και παράλληλη ανάπτυξη του κλάδου που παράγει αγαθά για μαζική κατανάλωση και του κλάδου κεφαλαιουχικών αγαθών. Επομένως, συμπεραίνει, η συσσώρευση απαιτεί να διευρύνεται διαρκώς η εσωτερική αγορά, άρα και οι μισθοί από τους οποίους εξαρτάται η διεύρυνση της αγοράς καταναλωτικών αγαθών. Αντίθετα, η ανάπτυξη της περιφέρειας δεν απαιτεί μια διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς, άρα και των μισθών, γιατί το σύστημα είναι εξωστρεφές. Έτσι, ενώ έχουμε μία αξία της εργατικής δύναμης, η οποία είναι ταυτόχρονα και η παγκόσμια αξία της, επιβάλλονται δύο διαφορετικές τιμές στην εργατική δύναμη: μία επάνω από την αξία της και μία κάτω από αυτήν. Είναι από αυτή την πόλωση των μισθών που προκύπτει η άνιση ανταλλαγή, θα υποστηρίξει ο Αμίν, διατηρώντας τα βασικά στοιχεία του σχήματος του Εμμανουήλ.
Εντούτοις, ο ίδιος ο Μπετελέμ είχε νωρίτερα διατυπώσει τη διαφωνία του με τη θεωρία της διεθνούς αξίας της εργασιακής δύναμης που διατρέχει την ανάλυση του Αμίν: «Το ιδιάζον σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό επίπεδο μισθών δεν μπορεί να καθορισθεί από το παγκόσμιο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (που δεν είναι παρά μια απατηλή αφαίρεση μέσα σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα που το αποτελούν ξέχωροι και αντιτιθέμενοι κοινωνικοί σχηματισμοί, αλλά που θεμελιακά συνδέεται με τον ειδικό συνδυασμό παραγωγικές δυνάμεις/παραγωγικές σχέσεις που προσιδιάζει σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό)».
 
2.6. Η θεωρία του πλεονάσματος
Το 1966 ο Μπάραν (Baran) από κοινού με τον Σουήζυ (Sweezy) έγραψαν το γνωστό πλέον σύγγραμμα Μονοπωλιακός Καπιταλισμός (Baran/Sweezy 1973). Σε αυτό το βιβλίο οι συγγραφείς εισάγουν μία βασική κατηγορία για την ανάλυσή τους, το «οικονομικό πλεόνασμα», το οποίο ισούται με τη «διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό που παράγει μια κοινωνία και το κόστος παραγωγής του».
«Σε μια μονοπωλιακή καπιταλιστική κοινωνία με υψηλή ανάπτυξη το πλεόνασμα παίρνει πολλές μορφές και μεταμφιέσεις [...] τα εισοδήματα του κράτους και της εκκλησίας, τα έξοδα μετατροπής των εμπορευμάτων σε χρήμα, τους μισθούς των μη παραγωγικών εργατών», που ο Mαρξ «τα εξετάζει σαν δευτερεύοντες παράγοντες και τα αποκλείει από το βασικό θεωρητικό σχήμα». «Γι’ αυτό το λόγο», συνεχίζουν, «προτιμούμε την έννοια πλεόνασμα απ’ την παραδοσιακή μαρξιστική έννοια υπεραξία.
Η βασική θέση των Μπάραν και Σουήζυ είναι ότι ο νόμος του μονοπωλιακού καπιταλισμού θέλει το πλεόνασμα να αυξάνεται τόσο απόλυτα όσο και σχετικά. Ό,τι αποτελεί την ουσιαστικότερη πλευρά της δομικής αλλαγής απ’ τον καπιταλισμό του συναγωνισμού στον μονοπωλιακό καπιταλισμό βρίσκει τη θεωρητική του έκφραση σ’ αυτή την υποκατάσταση.

Το βασικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από αυτόν το «νόμο της ανοδικής τάσης του πλεονάσματος» είναι ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιο επιδιώκει συνεχώς να ανακαλύψει διεξόδους γι’ αυτό το πλεόνασμα, ώστε να αποτρέψει το καπιταλιστικό σύστημα από το να συρρικνωθεί, εισερχόμενο σε οικονομική κρίση, καθώς όλες οι παραδοσιακές σφαίρες της καπιταλιστικής κατανάλωσης και επένδυσης δεν επαρκούν για να απορροφήσουν αυτό το πλεόνασμα. Οι στρατιωτικές δαπάνες και η ιμπεριαλιστική επέκταση θεωρούνται από τους συγγραφείς ως τάσεις που αντιτίθενται στην έμφυτη τάση προς στασιμότητα που χαρακτηρίζει τον αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό.
avatar
alexandros

Αριθμός μηνυμάτων : 464
Ημερομηνία εγγραφής : 11/03/2013

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από alexandros Την / Το Κυρ Οκτ 15, 2017 8:04 pm

2.7. H παγκόσμια (καπιταλιστική) οικονομία, ο υπανάπτυκτος καπιταλισμός και οι ημιπεριφέρειες
Όλες οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας προϋποθέτουν, όπως είπαμε, την προτεραιότητα της παγκόσμιας οικονομίας και των παγκόσμιων οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων ως προς τις οικονομικές διαδικασίες και τις κοινωνικές σχέσεις που διέπουν τους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Δηλαδή, οι παγκόσμιες διαδικασίες κυριαρχούν πάνω στις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού και καθορίζουν την εξέλιξη αυτών των τελευταίων. Έτσι, η υπανάπτυξη είναι κατά κύριο λόγο το αποτέλεσμα του παγκόσμιου καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας και της εξάρτησης.
Με βάση την κοινή αυτή θεωρητική αφετηρία διαμορφώθηκε μια θεωρία για την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία και τον υπανάπτυκτο καπιταλισμό, με κύριους εκπροσώπους τους Φρανκ (Frank) και Βαλλερστάιν (Wallerstein).
H προσέγγιση αυτή θα ισχυρισθεί ότι από τη στιγμή που δημιουργείται η παγκόσμια αγορά, και συνεπώς η παγκόσμια οικονομία, δηλαδή χοντρικά από τον 16ο αιώνα και έπειτα, ολόκληρη η ανθρωπότητα (δηλαδή όλες οι περιοχές που συνδέονται ή απαρτίζουν την παγκόσμια αγορά) είναι καπιταλιστική, πολώνεται σε μητρόπολη και περιφέρεια και διαπερνάται από μονοπωλιακές δομές. Παγκόσμια οικονομία και (παγκόσμιος) καπιταλισμός είναι, στη βάση της θεώρησης αυτής, όροι ταυτόσημοι. Σύμφωνα με τον Βαλλερστάιν, ο καπιταλισμός είναι «ένας τρόπος παραγωγής και συγκεκριμένα εκείνος όπου επιδιώκεται η παραγωγή κέρδους στην αγορά. O καπιταλισμός ήταν απ’ την αρχή του μια υπόθεση της παγκόσμιας οικονομίας, όχι μια υπόθεση των εθνικών κρατών». Επομένως, είναι άσκοπο και λανθασμένο να μιλάμε για άλλους, προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής ή για σοσιαλισμό, με κριτήριο τη σχέση των παραγωγών με τα μέσα παραγωγής, τη μορφή του κράτους κ.λπ.
Στο πλαίσιο του ίδιου σχήματος, ο Φρανκ (Frank 1969) θα ισχυρισθεί ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη και υπανάπτυξη καθορίζεται από τρεις θεμελιώδεις αντιθέσεις: την απόσπαση/ιδιοποίηση του οικονομικού πλεονάσματος, την πόλωση σε μητροπόλεις και δορυφόρους και την αντίφαση της «συνέχειας παρά την εξέλιξη». Με βάση την υπόθεση ότι όλες οι διαδικασίες παραγωγής που αναφέρονται στην αγορά είναι καπιταλιστικές, ο Φρανκ θα αντιπαρατεθεί σ’ όλες εκείνες τις θεωρίες που συνδέουν την υπανάπτυξη της περιφέρειας με την κυριαρχία ή έστω τη διατήρηση και τη διευρυμένη αναπαραγωγή κάποιων προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής. Ως τμήμα του παγκόσμιου συστήματος, θα ισχυρισθεί, η περιφέρεια ήταν πάντα καπιταλιστική. O καπιταλισμός της περιφέρειας είναι απλώς διαφορετικός σε σχέση με τον μητροπολιτικό καπιταλισμό. Είναι ένας «υπανάπτυκτος καπιταλισμός». Εκείνο που λαμβάνει λοιπόν χώρα στην περιφέρεια είναι η «ανάπτυξη της υπανάπτυξης».  Ομοίως, οι εργαζόμενες και υφιστάμενες την εκμετάλλευση μάζες της περιφέρειας ανήκουν στο (παγκόσμιο) προλεταριάτο, μόνο που και πάλι το προλεταριάτο αυτό είναι διαφορετικό σε σχέση με το προλεταριάτο των μητροπόλεων.14
Το παγκόσμιο σύστημα διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με τον Φρανκ, σαν ένα ολοκληρωμένο αποικιακό σύστημα που η δομή του μπορεί να παρομοιασθεί με εκείνη ενός ηλιακού-πλανητικού συστήματος. Οι μητροπόλεις πλουτίζουν από τους δορυφόρους που περιστρέφονται γύρω τους. Γύρω από ένα δορυφόρο μπορεί να περιστρέφονται όμως και κάποιοι άλλοι, εξαρτημένοι απ’ αυτόν δορυφόροι. Πρόκειται εδώ για ένα θεμελιώδες και μόνιμο χαρακτηρισμό του παγκόσμιου συστήματος.
Δημιουργούνται αναγκαστικά κάποιες ενδιάμεσες περιοχές, ανάμεσα στη μητρόπολη και στην περιφέρεια: οι ημιπεριφέρειες ή τα υποϊμπεριαλιστικά κράτη.
Όπως εξηγεί σχετικά ο Βαλλερστάιν:
H ημιπεριφέρεια είναι αναγκαία για να μπορεί να λειτουργεί χωρίς τριβές η παγκόσμια οικονομία. Σ’ αυτή την ημιπεριφέρεια αποδίδεται ως ένα βαθμό ένας ειδικός οικονομικός ρόλος, ο οποίος όμως είναι απαραίτητος λιγότερο οικονομικά και περισσότερο πολιτικά. H παγκόσμια οικονομία θα λειτουργούσε το ίδιο καλά χωρίς ημιπεριφέρεια, όπως και με ημιπεριφέρεια. Αλλά πολιτικά θα ήταν πολύ λιγότερο σταθερή, γιατί η έλλειψη της ημιπεριφέρειας θα συνδεόταν μ’ ένα πολωμένο παγκόσμιο σύστημα.
Οι ημιπεριφέρειες ή οι υποϊμπεριαλιστικές χώρες αποτελούν όρους που επιτρέπουν στους θεωρητικούς της εξάρτησης να ενσωματώσουν στην ανάλυσή τους την ιστορική διαδικασία που ακολούθησε η καπιταλιστική ανάπτυξη σε ορισμένες χώρες του Τρίτου Κόσμου.
Τα άνισα αποτελέσματα αυτής της εκβιομηχάνισης, τα οποία επιβλήθηκαν στο κυρίαρχο κεφάλαιο από τις κοινωνικές δυνάμεις που αναδεικνύονταν από εθνικοαπελευθερωτικές νίκες, μας επιτρέπουν να διακρίνουμε ανάμεσα σε περιφέρειες πρώτης κατηγορίας, οι οποίες έχουν καταφέρει να οικοδομήσουν εθνικά παραγωγικά συστήματα που είναι ανταγωνιστικά στο πλαίσιο του παγκόσμιου καπιταλισμού, και περιθωριακές περιφέρειες, οι οποίες δεν έχουν καταφέρει να πετύχουν κάτι τέτοιο.
 
2.8. Ο «νέος διεθνής καταμερισμός της εργασίας»
O «νέος διεθνής καταμερισμός εργασίας» προέκυψε, σύμφωνα μ’ αυτή την προβληματική, από την τάση του παγκόσμιου καπιταλισμού να μεγιστοποιεί τα κέρδη του. Αποτελεί τη διαδικασία με την οποία ο παγκόσμιος καπιταλισμός επιχειρεί να ξεπεράσει την κρίση του. Με τη μετάθεση της παραγωγής ορισμένων εμπορευμάτων στον Τρίτο Κόσμο μειώνεται το κόστος παραγωγής τους, ακριβώς διότι οι μισθοί εκεί παραμένουν εξαιρετικά χαμηλοί. Το «ανεξάντλητο δυναμικό» της φτηνής εργασιακής δύναμης θεωρείται λοιπόν ο κύριος όρος για τη μετάθεση της παραγωγής στον Τρίτο Κόσμο. Την κατεύθυνση αυτή διευκολύνουν επίσης τόσο η κατάτμηση της παραγωγικής διαδικασίας, με βάση τις νέες τεχνολογίες, σε επιμέρους διαδικασίες, πολλές από τις οποίες μπορούν να εκτελεστούν από εργατικές δυνάμεις χαμηλής ειδίκευσης, όσο και η ανάπτυξη των μεταφορών και επικοινωνιών, που επιτρέπουν τη διασπορά της συνολικής παραγωγικής διαδικασίας σε περισσότερες χώρες.
 
2.9. Το ρεύμα μητρόπολης- περιφέρειας και η σχολή του Monthly Review
Δύο είναι τα σημεία από τα οποία απορρέει η σύγκλιση όλων των θεωριών μητρόπολης - περιφέρειας σε ένα ρεύμα:
1. Μια ενιαία αντίληψη για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Από αυτή την αντίληψη, όπως ήδη επισημάναμε, προκύπτει ότι οι παγκόσμιες διαδικασίες έχουν την προτεραιότητα και καθορίζουν τις εθνικές διαδικασίες και ότι η εξέλιξη (και η υπανάπτυξη της περιφέρειας) καθορίζεται από τις επιλογές και την εξέλιξη της ιμπεριαλιστικής μητρόπολης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το ουσιώδες στις κοινωνικές σχέσεις της περιφέρειας να είναι η εξάρτηση.
2. Μια αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό, σύμφωνα με την οποία το ουσιώδες χαρακτηριστικό του παγκόσμιου συστήματος είναι η λεηλασία-κυριαρχία που ασκεί η μητρόπολη πάνω στην περιφέρεια. H αντίληψη αυτή συναντάει ανάλογες προσεγγίσεις για τον ιμπεριαλισμό, όπως αυτή της Λούξεμπουργκ.
Στις θεωρίες αυτές η έννοια του ιμπεριαλισμού συνδέεται με τις σχέσεις κυριαρχίας που χαρακτηρίζουν με καθολικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στις ανεπτυγμένες οικονομίες του κέντρου και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες της περιφέρειας. Από την άποψη αυτή, ο ιμπεριαλισμός αποτυπώνει τις δομικές (παγκόσμιες) σχέσεις εξάρτησης (ή αλλιώς «ηγεμονίας») και επομένως αποτελεί οργανικό (και μάλλον ανυπέρβλητο) στοιχείο του παγκόσμιου συστήματος. Μάλιστα, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αποτελεί όρο συγκρότησης των επιμέρους κρατών και αντίφαση δεσπόζουσα επάνω στις υπόλοιπες πολιτικές και οικονομικές αντιφάσεις. Έτσι, ο ιμπεριαλισμός της εξάρτησης είναι ο πυρήνας και η ουσία του παγκόσμιου καπιταλισμού. Οι ισχυρές οικονομίες του κέντρου διαμορφώνουν τις σχέσεις κάτω από τις οποίες διεξάγεται η παραγωγή στις περιφερειακές οικονομίες, απορροφώντας διαρκώς υπεραξία (πλεόνασμα) από αυτές. Στην ίδια πάντα κατεύθυνση, οι παγκόσμιοι οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, λειτουργούν κάτω από τον έλεγχο των χωρών του κέντρου, προωθώντας τα συμφέροντα τους. Το καπιταλιστικό κέντρο είναι υπεύθυνο για τις συνθήκες υπανάπτυξης της περιφέρειας.
Πρόκειται για τη σύγκλιση ανάμεσα στις θεωρίες της άνισης ανταλλαγής και της συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα των Εμμανουήλ και Αμίν, από τη μια, με τη θεωρία του πλεονάσματος των Μπάραν/Σουήζυ και τη θεωρία του παγκόσμιου συστήματος και του υπανάπτυκτου καπιταλισμού των Βαλλερστάιν και Φρανκ, από την άλλη. Παράλληλα, υιοθετείται αναγκαστικά και ένα μέρος από την παραδοσιακή ανάλυση για την περιφέρεια.
Αξίζει να προσέξουμε εδώ δύο ιδεολογικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη σχολή του Monthly Review.
Το πρώτο αφορά τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την αγορά, και πιο συγκεκριμένα την παγκόσμια αγορά, αναγορεύοντάς την σε ειδοποιό χαρακτηριστικό και κυρίαρχο στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (κάθε παραγωγή που προσανατολίζεται στην αγορά είναι καπιταλισμός, χωρίς καμία αναφορά στη συγκεκριμένη σχέση της εργασίας με τα μέσα παραγωγής και τους οικονομικούς ιδιοκτήτες των τελευταίων). Οι αυξανόμενοι μισθοί, δηλαδή η διευρυνόμενη εσωτερική αγορά καταναλωτικών αγαθών, είναι το αποφασιστικό κριτήριο για την «αυτόκεντρη ανάπτυξη». Η εκμετάλλευση της περιφέρειας προκύπτει από τις άνισες ανταλλαγές στην παγκόσμια αγορά κ.λπ.
Το δεύτερο συνδέεται με την αντίληψη που διατύπωσε για πρώτη φορά ο Μπουχάριν: ότι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί μια ενιαία ταξική δομή, στο πλαίσιο της οποίας οι κυρίαρχες αστικές τάξεις μπορούν να ενοποιηθούν σ’ ένα ενιαίο ιεραρχημένο μπλοκ παρά τις ενδοαστικές αντιφάσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις αστικές τάξεις ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού.
Από το θεωρητικό αυτό σχήμα θα προκύψουν και τα «τριτοκοσμικά» πολιτικά συμπεράσματα της σχολής: Η κοινωνική αλλαγή μπορεί να αρχίσει σχεδόν αποκλειστικά από την περιφέρεια. Τι αλλαγή θα είναι όμως αυτή, αφού ο κύριος, ο πραγματικός εχθρός δε βρίσκεται εκεί, στην περιφέρεια, αλλά στο κέντρο; Είναι προφανές ότι οι επαναστατικές μάζες της περιφέρειας δεν μπορούν να πλήξουν τον «εχθρό» παρά μόνο έμμεσα. Και σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο γι’ αυτές δεν μπορεί να είναι η «συντριβή» του δικού τους αστικού κράτους αλλά η πάλη για «εθνική ανεξαρτησία» και «αυτόκεντρη» ανάπτυξη. Η θεωρία της παγκόσμιας αστικής τάξης που η εν λόγω σχολή έχει υιοθετήσει παραγκωνίζει από την μαρξιστική θεωρία την κεντρική θέση ότι το κράτος αποτελεί την κατεξοχήν βαθμίδα που οργανώνει την ταξική κυριαρχία του κεφαλαίου.
 
2.10. Η κριτική του Κόρδοβακαι του Καρντόσο
O Κόρδοβα (Cόrdova 1973) αναφέρεται καταρχήν στις έννοιες του πλεονάσματος που εισήγαγε ο Μπάραν (και στη συνέχεια οι Μπάραν και Σουήζυ) και τις οποίες χρησιμοποιεί ο Φρανκ στις αναλύσεις του. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι έννοιες αυτές, με τον τρόπο που διατυπώνονται για την κοινωνία ως σύνολο, συγκαλύπτουν την ιδιαιτερότητα, δηλαδή τον ιδιαίτερο ταξικό-εκμεταλλευτικό χαρακτήρα, των σχέσεων παραγωγής. Αντίθετα, οι έννοιες της υπεραξίας, της γαιοπροσόδου, του υπερπροϊόντος κ.λπ. που εισήγαγε ο Μαρξ στην ανάλυσή του έρχονται να φωτίσουν αυτές ακριβώς τις ιδιαίτερες εκμεταλλευτικές σχέσεις, δηλαδή την πάλη των τάξεων. Έτσι, ο Κόρντοβα θα καταλήξει: «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αντικαταστήσουμε τις μαρξιστικές κατηγορίες της υπεραξίας, του υπερπροϊόντος, της υπερεργασίας κ.λπ. με τον όρο κοινωνικό πλεόνασμα».
Στη συνέχεια θα υποστηρίξει ότι η διαδικασία «απόσπασης/ιδιοποίησης του οικονομικού πλεονάσματος» δεν αποτελεί, όπως πιστεύει ο Φρανκ, το ειδικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού αλλά τη βασική αντίφαση κάθε τρόπου παραγωγής, κάθε ταξικής κοινωνίας. H ειδοποιός διαφορά του καπιταλισμού είναι η παραγωγή και η απόσπαση/ιδιοποίηση της υπεραξίας του εργάτη από τον κεφαλαιοκράτη (που έχει την πραγματική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής). Αλλά ο Φρανκ και ο Βάλλερστάιν βλέπουν μόνο την αγορά και καταφεύγουν σ’ έναν ορισμό για τον καπιταλισμό που ακριβώς συγκαλύπτει τη σχέση κεφαλαίου - εργασίας, δηλαδή την πάλη των τάξεων.
Στις περιφερειακές κοινωνίες, υποστήριξε, δεν υπάρχει ένας ομογενοποιημένος «υπανάπτυκτος καπιταλισμός» αλλά «ένα πολύπλοκο μωσαϊκό εργασιακών σχέσεων και επομένως μορφών απόσπασης της υπερεργασίας». H εξάρτηση της περιφέρειας, θα υποστηρίξει ακόμα ο Κόρντοβα, επιτρέπει τη διευρυμένη αναπαραγωγή των προκαπιταλιστικών σχέσεων που συνδέονται με την υπανάπτυξη.
O Φρανκ, συνεχίζει ο Κόρδοβα, παραιτείται από το να εκτιμήσει το ρόλο των κοινωνικών τάξεων, γιατί προφανώς δεν τις χρειάζεται. Στο σύστημά του με τις μητροπόλεις και τους δορυφόρους η εκμετάλλευση δεν είναι η εκμετάλλευση κάποιων τάξεων από κάποιες άλλες τάξεις, αλλά μια ακολουθία από ιεραρχημένα επίπεδα στα οποία ο ένας τομέας απαλλοτριώνει τον αμέσως κατώτερό του, για να απαλλοτριωθεί και ο ίδιος από τον αμέσως ανώτερό του.
Επειδή η αποικιοκρατία προωθείται με βάση κάποια οικονομικά κίνητρα, το κλειδί για να καταλάβουμε τις σχέσεις που προκύπτουν βρίσκεται στην οικονομική δομή καθεμιάς κοινωνίας. […] Πρέπει σε κάθε περίπτωση να έχουμε ως αφετηρία ότι η ταξική δομή δημιουργεί το αποικιοκρατικό σύστημα και δεσπόζει σ’ αυτό κι όχι αντίστροφα.

O Καρντόσο (Cardοso 1975) από τη μεριά του θα ασκήσει κυρίως κριτική στις θεωρίες που αναφέρονται στη στενότητα της αγοράς στην περιφέρεια. Επισημαίνει, σωστά, ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού δε σχετίζεται κατά κύριο λόγο με τη διεύρυνση της αγοράς καταναλωτικών αγαθών άρα και με το ύψος των μισθών, αλλά κυρίως με τη διεύρυνση της παραγωγικής κατανάλωσης του κεφαλαίου και ότι εν πάση περιπτώσει το πρόβλημα της αγοράς δεν τίθεται ως ένα πρόβλημα που είναι ιδιαίτερο και ανεξάρτητο από το πρόβλημα της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
avatar
alexandros

Αριθμός μηνυμάτων : 464
Ημερομηνία εγγραφής : 11/03/2013

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από Ευριπίδης Την / Το Παρ Νοε 03, 2017 5:20 pm

Internationalism and Imperialism (άρθρο στο libcom.org)

Ιμπεριαλισμός είναι το σύστημα στο οποίο το κράτος και η αντίστοιχη εγχώρια αστική τάξη χρησιμοποιούν την ανώτερη οικονομική και στρατιωτική τους δύναμη, ώστε να κυριαρχήσουν και να εκμεταλλευτούν το προλεταριάτο και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές άλλων κρατών. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αποσπούν πλούτο από τα λιγότερο ισχυρά κράτη μέσω του χρέους, των επιχειρηματικών επενδύσεων, της ανισότητας στις διακρατικές εμπορικές σχέσεις και της μιλιταριστικής επέμβασης. Αν και σε επίπεδο διακήρυξης τα περισσότερα κράτη είναι απαλλαγμένα από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, υπάρχουν πάραυτα νέο-αποικιοκρατικές σχέσεις, οι οποίες επικαλύπτονται από την τοπική εξουσία, η οποία όμως ουσιαστικά εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών.

Ο αγώνας που καλούμαστε να διεξάγουμε ως εκμεταλλευόμενοι και καταπιεσμένοι, εκτυλίσσεται τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων, τα οποία μας περιβάλλουν. Στο εσωτερικό καλούμαστε να πολεμήσουμε ταυτόχρονα την αστική τάξη και τον κρατικό μηχανισμό. Από την άλλη, ξεπερνώντας τις συνοριογραμμές που θέτουν οι από τα πάνω, καλούμαστε να συνάψουμε δεσμούς διεθνιστικής αλληλεγγύης με τους όπου γης καταπιεσμένους, ώστε να επιτεθούμε συντονισμένα ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο, κατά συνέπεια και στον ιμπεριαλισμό.

Γι’ αυτό σε χώρες που οι από τα κάτω έρχονται αντιμέτωποι με την εισβολή ή την κυριαρχία ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, υποστηρίζουμε τους αγώνες των καταπιεσμένων και όχι το αντίστοιχο κράτος ή την ντόπια αστική τάξη, που προσπαθούν να διατηρήσουν την εξουσία και τα προνόμιά τους.

Η αυτοδιάθεση της κοινωνικής βάσης έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την αυτοτέλεια από την ντόπια αστική τάξη και το κράτος. Γι’ αυτό, στις περιπτώσεις των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων δεν τασσόμαστε υπέρ της ανασύστασης του κράτους και του σχηματισμού εθνικοαπελευθερωτικού κόμματος που θα καταλάβει την εξουσία.

Μπορούμε να καταστρέψουμε τον ιμπεριαλισμό μόνο μέσω ενός παγκόσμιου ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού, ο οποίος θα εξαλείψει το εκμεταλλευτικό ταξικό σύστημα και το σύστημα του ανταγωνισμού των κρατών. Για να τελειώνουμε με τον ιμπεριαλισμό πρέπει να τον χτυπήσουμε στη ρίζα του. Να επιτεθούμε από τα κάτω ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο, ντόπιο και υπερεθνικό.

Η οικονομική αλληλεξάρτηση και η παγκόσμια καπιταλιστική κυριαρχία καταδεικνύουν ότι ο κόσμος της παραγωγής πρέπει να αναπτύξει δεσμούς αλληλεγγύης που να ξεπερνούν τα σύνορα. Συνεπώς, η επανάσταση που θα χειραφετήσει όλους τους καταπιεσμένους από την τυραννία του κράτους και του κεφαλαίου, δε μπορεί να γνωρίζει κανέναν εθνικό περιορισμό.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Ευριπίδης στις Παρ Νοε 03, 2017 10:10 pm, 1 φορά
avatar
Ευριπίδης

Αριθμός μηνυμάτων : 100
Ημερομηνία εγγραφής : 13/06/2017

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από Ευριπίδης Την / Το Παρ Νοε 03, 2017 8:17 pm

Ντιέγκο Αμπάντ ντε Σαντιγιάν - Οι αναρχικοί και η αποικιακή πολιτική των πολιτισμένων κρατών (από το βιβλίο "Ένα ελευθεριακό πρόταγμα")

Αποδοκιμάζουμε την αποικιακή πολιτική των «πολιτισμένων» κρατών, διότι αυτή είναι συνυφασμένη με τον μιλιταρισμό και το μίσος μεταξύ των λαών. Το κόστος των πολεμικών επιχειρήσεων καλείται να πληρώσει από την τσέπη και με το αίμα του, το ίδιο το προλεταριάτο. Οι αστοί δεν πολεμάνε, ούτε καλύπτουν τα έξοδα του πολέμου. Ο πόλεμος βέβαια γίνεται για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων και όχι των προλετάριων. Οι καταπιεσμένοι δεν έχουν κανένα όφελος από την καταπίεση και την εκμετάλλευση των καθυστερημένων, σύμφωνα με την άποψη του καπιταλιστικού πολιτισμού, λαών. Θα ήταν πολύ πιο χρήσιμη η ειρηνική εργασιακή συνεργασία με τους λαούς που δεν έχουν μπει ακόμα στην ακτίνα δράσης της σύγχρονης οικονομικής και πολιτιστικής ζωής.

Οι λαοί που βρίσκονταν σε καθεστώς αποικιοκρατίας έκαναν μέχρι στιγμής τα μεγαλύτερα βήματα προς τα μπρος μέσω της ανάπτυξης του εθνικισμού. Ο εθνικισμός, σε μια αποικία που καταπιέζεται από μια ξένη κυβέρνηση, αποτελεί φυσικό αποτέλεσμα που συνηθίζει να ενώνει ειλικρινά και έντιμα τους αυτόχθονες, καταπιεστές και καταπιεσμένους.

Με ευκολία λέγεται ότι η εναλλαγή κυβερνήσεων δεν έχει καμιά διαφορά. Όμως τέτοιες ρήσεις στερούνται νοήματος για τους λαούς που ζουν υπό σκληρή αποικιοκρατία και καθυποτάσσονται στη βούληση ενός ξένου έθνους με τη δύναμη των όπλων.

Είμαστε σίγουροι πως αν κάποια στιγμή προκύψει στην Ιταλία ένα κίνημα λαϊκής αντίστασης κατά του Μουσολίνι, οι Ιταλοί αναρχικοί θα είναι στην πρώτη γραμμή, έχοντας συναίσθηση ότι οι καρποί της νίκης δε θα είναι γι’ αυτούς ούτε για την πλειοψηφία του ιταλικού λαού, αλλά για τους καινούριους κυβερνώντες, που θα συνεχίσουν να υπερασπίζονται τα συμφέροντα του καπιταλισμού και της αρχής της αυθεντίας, χωρίς ωστόσο τις ακρότητες των φασιστικών ορδών.

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να μη συγχέουμε τις προσπάθειές μας ούτε να αποκρύπτουμε τα ιδεώδη μας προς όφελος των αριβιστών της πολιτικής ζωής. Όταν όμως πρόκειται για την υπεράσπιση σχετικών ελευθεριών που κατακτήθηκαν μετά από τρομερές προσπάθειες ή όταν πρόκειται για την ανάκτηση ορισμένων προνομίων που μας άρπαξαν με έναν νόμο ή με πραξικόπημα, τότε οφείλουμε όχι να σταυρώνουμε τα χέρια, αλλά να βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή του διεκδικητικού κινήματος. Η βολική φιλοσοφία που δεν αποδέχεται την προσπάθεια όταν αυτή αποσκοπεί στην άμεση πραγμάτωση της αναρχίας είναι ένας συγκαλυμμένος τρόπος πρέσβευσης ενός αναρχισμού χωρίς κινδύνους και διακινδυνεύσεις.

Υπάρχουν δύο λόγοι για να παρέμβουμε στην Ισπανία κατά της αποικιοκρατικής επιχείρησης. Πρώτον, η τύχη των Ισπανών εργαζόμενων που υποχρεώνονται να οδηγηθούν στον θάνατο ή να θανατώσουν ανθρώπους που δεν τους έχουν κάνει κανένα κακό, να καλύψουν μετά τις αστρονομικές δαπάνες του πολέμου και τέλος, να ζωντανέψουν τον χειρότερο εχθρό τους, τον μιλιταρισμό. Δεύτερον ο πληθυσμός του Ριφ*, ο οποίος έχει το δικαίωμα να εξεγερθεί ένοπλα και να διεκδικήσει την αυτονομία της χώρας του.

Οι αναρχικοί οφείλουν να εκδηλώσουν την κατανόησή τους για τα λαϊκά συμφέροντα και να εκφράσουν έμπρακτα την αλληλεγγύη τους σε όλα τα θύματα του δεσποτισμού και της καπιταλιστικής απληστίας.

Η περίπτωση του Μαρόκου είναι η περίπτωση κάθε αποικίας που ανήκει σε μια ισχυρή κρατική και καπιταλιστική δύναμη.

Εμείς δεν είμαστε φίλοι της εγκαθίδρυσης νόμων σχετικών με την εξέλιξη των λαών, ωστόσο, αν και οι προβλέψεις του Μαρξ απέτυχαν ολοσχερώς, η ιστορία είναι εδώ για να μας αποδείξει πως ο εθνικισμός γεννιέται αυθόρμητα στις αποικίες ή στις περιοχές που υπόκεινται σε αποικιακό καθεστώς και ότι αυτός ο εθνικισμός είναι σχεδόν μοιραίο στάδιο για εκείνο που πρέπει να τον ακολουθήσει μετά την ανάπτυξη της αντικρατικής ιδέας.

Είναι συνεπώς προς το συμφέρον της αντικρατικής μας προπαγάνδας ο αγώνας ενάντια στην αποικιακή πολιτική των κρατών, όποια κι αν είναι αυτά. Επιπλέον, οι καταπιεσμένοι λαοί θα διαπιστώσουν την παρέμβασή μας, θεμελιώνοντας έτσι εκ των πραγμάτων σχέσεις συμπάθειας, ενώ θα ευνοηθεί η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη. Το χέρι που θα μπορούσαμε να τείνουμε προς τους λαούς-θύματα των μεγάλων κρατών δε θα συνέβαλε απλώς να πραγματωθούν οι στόχοι τους, αλλά θα βοηθούσε επίσης να ξεπεραστεί γρηγορότερα η φάση του ρομαντικού τους εθνικισμού, που αναμφίβολα ανταποκρίνεται στην πολιτική κατάσταση κατωτερότητας στην οποία βρίσκονται.

Ασφαλώς και δε συγχέουμε τις επιδιώξεις πολιτικής ανεξαρτησίας εκ μέρους των περιοχών που είναι καθυποταγμένες στην αποικιακή ηγεμονία ή που τα μεγάλα κράτη σχεδιάζουν να τις προσαρτήσουν με εκείνα τα αποσχιστικά κινήματα που εκδηλώνονται στην Ευρώπη και τα οποία, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, αντιστοιχούν στα ταπεινά πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα προνομιούχων φατριών.

*περιοχή στο Μαρόκο, όπου το 1919 οι ιθαγενείς εξεγέρθηκαν ενάντια στον ισπανικό στρατό και την αποικιοκρατία, καταφέρνοντας να απελευθερώσουν σημαντικά εδάφη. Η εξέγερση κατεστάλη τελικά από τον ισπανικό στρατό το 1926.
avatar
Ευριπίδης

Αριθμός μηνυμάτων : 100
Ημερομηνία εγγραφής : 13/06/2017

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από Ευριπίδης Την / Το Παρ Νοε 03, 2017 10:01 pm

Μια αναρχική κριτική στον αντι-ιμπεριαλισμό. Από τους κρατούμενους Καραγιαννίδη, Χαρίση, Μιχαηλίδη, Σταμπούλο, Πολίτη. Αξίζει να διαβαστεί ολόκληρη η μπροσούρα. Η δουλειά των συντρόφων είναι εξαιρετική.

htt*s://athens.indymedia.org/media/upload/2017/08/06/antiimp.pdf
avatar
Ευριπίδης

Αριθμός μηνυμάτων : 100
Ημερομηνία εγγραφής : 13/06/2017

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από Ευριπίδης Την / Το Παρ Νοε 03, 2017 10:39 pm

Η θέση του Ρουβίκωνα για τον ιμπεριαλισμό, από το κείμενο της πολιτικής του ταυτότητας:

Ο ιµπεριαλισµός για εµάς σήµερα

Ο ιμπεριαλισμοί και οι ανταγωνισμοί τους είναι μια καθοριστική πραγματικότητα στο σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας. Ζούμε σε ένα οικόπεδο του πλανήτη που είχε, έχει και θα έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μεγάλες δυνάμεις και τα διεθνή καπιταλιστικά συμφέροντα. Ο Ρουβίκωνας εκτιμά ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί από τον κόσμο του αγώνα η "ιμπεριαλιστική συνεισφορά" στον καθορισμό των κοινωνικών και ταξικών ισορροπιών. Να το πούμε αλλιώς, το να τον αγνοήσουμε μας κάνει και να στερούμαστε εργαλείων που εξηγούν τι και γιατί συμβαίνει, και αφήνει στο απυρόβλητο δυνάμεις εξουσίας που παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Αντιλαμβανόμαστε τον ιμπεριαλισμό ως την στρατηγική ενότητα ανάμεσα στο έθνος-κράτος και την εθνική αστική του τάξη με σκοπό την κατοχύρωση και διεύρυνση της ισχύος τους εκτός εθνικών συνόρων. Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί χαράζουν σε μεγάλο βαθμό τις κατευθύνσεις της παγκόσμιας κυριαρχίας και δημιουργούν μια δυναμική εσωτερική ιεραρχία ανάμεσα στα έθνη- κράτη που ορίζει την θέση του καθενός στη σκακιέρα, κάτι που αδιαμφισβήτητα επηρεάζει ενεργά και τη θέση των καταπιεσμένων στο εσωτερικό τους. Ιεραρχία που ορίζει όχι ποια κράτη είναι ιμπεριαλιστικά, αφού όλα είναι ιμπεριαλιστικά, αλλά πόσο ψηλά στην τροφική αλυσίδα βρίσκεται το καθένα.

Αν και δεν μπορούμε να αρνηθούμε την παραλληλία της εξέλιξης του καπιταλισμού με την ωρίμανση του ιμπεριαλισμού στην σύγχρονη του μορφή, η συνέχεια τις τελευταίες αρκετές δεκαετίες, έδειξε την πρακτική αποτυχία των απαντήσεων των μαρξιστικών αντιιμπεριαλιστικών ρευμάτων και των λογικών τους περί "σταδίων", ή των θεωριών εξάρτησης.

Στο εδώ και το τώρα, βλέπουμε πως ο πολυπολικός κόσμος που ανέτειλε, αναστρέφει μια πορεία παγκοσμιοποίησης που έδωσε για ένα διάστημα όντως την εντύπωση πως οδηγούμαστε σε ένα νέο παγκόσμιο σύστημα κυριαρχίας που θα αποδομούσε το ίδιο το έθνος- κράτος, που μέσα του πατάει η ιμπεριαλιστική συνθήκη. Διεθνείς οργανισμοί που μέχρι πρότινος ήταν η αιχμή αυτής της διαφαινόμενης τάσης, γίνονται όλο και περισσότερο, μέτωπα αδιάλλακτων ανταγωνισμών και το κύρος (και άρα η εξουσία τους) μειώνεται διαρκώς. Πρακτικές ωμής επιβολής από κυρίαρχες δυνάμεις σε υποδεέστερες, επανεμφανίζουν ένα γεωπολιτικό τοπίο με μεσοπολεμικές αναλογίες.

Στο ελληνικό τοπίο, η μεταστροφή από την “ισχυρή Ελλάδα” της ανάπτυξης και της δικής της "επαρχιακής" ιμπεριαλιστικής επέκτασης στα Βαλκάνια, στην Ελλάδα των μνημονίων και της επιτροπείας από την ΕΕ/ΔΝΤ, ήρθε και συνόδεψε τη ραγδαία ταξική υποτίμηση του κόσμου της εργασίας.

Εκτιμούμε ότι αυτή η πραγματικότητα συνιστά μια νέα περίοδο που μόλις άρχισε. Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί που σταθερά οξύνονται στην περιοχή μας, θα συνεχίσουν να συνοδεύουν ακόμα μεγαλύτερες επιθέσεις της εξουσίας στην κοινωνική βάση, απειλώντας με νέα δεινά που μπορεί να φτάσουν και έως το, συνηθισμένο ιστορικά, σημείο καμπής τους, τον εθνικό πόλεμο και την αλληλοσφαγή των εκμεταλλευόμενων.

Αντιλαμβανόμαστε τη “δυσκολία” ενός αντιιμπεριαλιστικού λόγου για κάθε διεθνιστή αναρχικό. Την αντιλαμβανόμαστε ακόμα περισσότερο στο βαλκανικό τοπίο με την τόσο μακριά ιστορία εξωτερικών επεμβάσεων και εθνικιστικών συγκρούσεων που είναι ακόμα ενεργές. Αλλά και στο διεθνές περιβάλλον που νέες και παλιές δυνάμεις του κράτους και του κεφαλαίου, από δεξιά ή αριστερά, επενδύουν στην πολιτική επιστροφής στα ισχυρά έθνη-κράτη, καταγγέλλοντας επίσης τον ιμπεριαλισμό.

Όπως όμως δεν έχουν ίχνος λογικής οι εθνικιστικοί αφορισμοί που ταυτίζουν τον διεθνισμό με την παγκοσμιοποίηση έτσι και μόνο ως αφορισμό μπορούμε να θεωρήσουμε την εκ των προτέρων ταύτιση του αντιιμπεριαλισμού με την ατζέντα της ανεξαρτησίας ενός έθνους-κράτους και της αστικής του τάξης.

Για εμάς η ανάδειξη των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών, η πολεμική ενάντια στα κέντρα του είναι απαραίτητες αλλά όχι ικανές συνθήκες ενός αναρχικού αντιιμπεριαλιστικού σχεδιασμού. Ακόμα κι αν δεν ήταν φενάκη, η προοπτική μιας “ανεξάρτητης και αυτάρκους” Ελλάδας περίκλειστης με συρματοπλέγματα και πολυβολεία, δεν έχει να κάνει με τις δικές μας ελπίδες, είτε έχει καπιταλισμό είτε σοσιαλισμό, ως σύστημα αυτή η Ελλάδα. Ο δικός μας δρόμος περνάει από το χτίσιμο ενός ισχυρού διεθνιστικού δικτύου. Περνάει από την οικοδόμηση ζωντανών και λειτουργικών σχέσεων με αγωνιζόμενους και τις οργανώσεις τους πρώτα από όλα στα γειτονικά κράτη, εκεί που υφίστανται οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι να εμφανιστεί το τέρας του πολέμου. Αλλά αναζητούμε σχέσεις και με αγωνιζόμενους και τις οργανώσεις τους στα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Με αγωνιστές από Τουρκία, από βαλκανικές χώρες, από την Ευρώπη, από όλο τον κόσμο η αναγκαιότητα ενός διεθνούς αντίβαρου στην παγκόσμια κυριαρχία είναι μπροστά μας. Αυτή είναι για εμάς η ολοκλήρωση μιας αναρχικής αντιιμπεριαλιστικής στρατηγικής.

avatar
Ευριπίδης

Αριθμός μηνυμάτων : 100
Ημερομηνία εγγραφής : 13/06/2017

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: αυτομόρφωση / ιμπεριαλισμός

Δημοσίευση από Ευριπίδης Σήμερα στις 12:10 am

Άντον Πάνεκουκ : Ιμπεριαλισμός και τα καθήκοντα του προλεταριάτου (Ιανουάριος 1916)

Ο Πάνεκουκ αξίωσε το 1912 σε λογομαχία με τον Κάουτσκι πως υπάρχει διαλεκτική σχέση μεταξύ ιμπεριαλισμού και μαζικού κινήματος ως αντιστάθμισμα στον κοινοβουλετισμό του SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας).

Εκδηλώσεις και αποτελέσματα του ιμπεριαλισμού: παγκόσμια πολιτική εξουσίας, αγώνας δρόμου για εξασφάλιση πολεμικού εξοπλισμού, αποικιοκρατία, αυξάνουσα φορολογική καταπίεση, κίνδυνος πολέμου, αυξανόμενη διάθεση βίας και κυριαρχίας στους κόλπους της μπουρζουαζίας, αντίδραση στην εσωτερική πολιτική, διακοπή της κοινωνικής μεταρρύθμισης, ανάπτυξη και κέρδη για τις εταιρίες, επιδείνωση/καμπή των εργατικών αγώνων, υψηλό κόστος ζωής. Όλα αυτά καθιστούν την εργατική τάξη σε θέση άμυνας και την απεκδύουν από την προγενέστερη αυταπάτη της καλυτέρευσης των συνθηκών της μέσα από την πολιτική αντιπροσώπευση και τον ρεφορμισμό.

Ο ταξικός πόλεμος οξύνεται και γενικεύεται. Οι εργάτες δεν επιζητούν την βελτίωση της κατάστασής τους, αλλά προσπαθούν να περισώσουν τα υπό κατάρρευση δικαιώματά τους. Ο ιμπεριαλισμός απειλεί τις μάζες, το προλεταριάτο, αλλά και τους μικροαστούς, με νέες καταστροφές και κινδύνους. Όλα αυτά αντιμετωπίζονται μόνο μερικώς μέσα στο κοινοβούλιο. Το προλεταριάτο οφείλει να ασκήσει άμεση πίεση στην άρχουσα τάξη και να διεκδικήσει την εξουσία του. Όμως, ο κοινοβουλετισμός αποδεικνύεται αναποτελσματικό μέσο για την επίλυση των προβλημάτων που γεννά ο ιμπεριαλισμός. Συνεπώς, η εργατική τάξη συνειδητοποιεί τη δύναμή της και στρέφεται στους μαζικούς αγώνες.

Στη θέση του Κάουτσκι για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας δια της πλειοψηφικής υπεροχής στο κοινοβούλιο και τον συνακόλουθο έλεγχο της κυβέρνησης από το κοινοβούλιο, ο Πάνεκουκ ανταπαντά προκρίνοντας την επαναστατική μαζική πάλη. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα υπέκυψαν στον εθνικισμό και την πολεμο-υστερία το διάστημα 1914-1918. Σημειωτέον, ο Πάνεκουκ ήρθε σε ρήξη με το κόμμα-πρωτοπορία της εργατικής τάξης που προέκρινε ο Λένιν. Διαφώνησε με τον συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατία του κόμματος και των συνδικάτων. Θεωρούσε τον κάθε λογής αξιωματούχο, είτε αυτός ανήκε σε κοινοβουλευτικό κόμμα είτε στη γραμματεία ενός συγκεντρωτικού βανγκαρντιστικού κόμματος, ως εχθρό του σοσιαλισμού . Έτσι, προεικονίζεται ο διαχωρισμός του συμβουλιακού κομμουνισμού από τον λενινισμό.

Το ξέσπασμα του Α’ Π.Π. κατέδειξε την τεράστια δύναμη του ιμπεριαλισμού και την αδυναμία του προλεταριάτου και ιδίως της ηγεσίας του, δηλαδή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Ο ιμπεριαλισμός διαφέρει από τον παλιό καπιταλισμό, καθώς επιχειρεί να φέρει ξένα κομμάτια του κόσμου υπό την κυριαρχία του, ώστε να δημιουργήσει καινούριες αγορές για τα προϊόντα του, για να βρει πηγές ακατέργαστων υλικών και πάνω απ’ όλα καινούριες περιοχές για να επενδύσει το πλεονάζον κεφάλαιο. Η μπουρζουαζία θέλει να επενδύσει αυτό το πλεονάζον κεφάλαιο σε υποανάπτυκτες χώρες για να αντλήσει υψηλά κέρδη. Ως αποτέλεσμα, οι διάφορες αστικές τάξεις ανταγωνίζονται η μια την άλλη. Οι αστικές τάξεις εξοπλίζονται πολεμικά για να παίξουν πιο καθοριστικό ρόλο στη διανομή του κόσμου. Παλεύουν για όσο δυνατόν περισσότερη παγκόσμια εξουσία. Ο όποιος προοδευτικός ή ριζοσπαστικός αντιμιλιταρισμός μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης κατέρρευσε μονομιάς μπροστά στις αυξανόμενες μιλιταριστικές ανάγκες ή εγκαταλείφθηκε από τους παλιούς του υποστηρικτές.

Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός εκ φύσεως έπρεπε να είναι επιθετικός, καθώς είχε τα πάντα για να απολάβει και ένιωθε ισχυρός γι’ αυτόν τον σκοπό. Σε χώρες που ο ιμπεριαλισμός έπρεπε απλώς να προασπίσει τις κτήσεις του, αυτή η διαδικασία ήταν λιγότερο εμφανής, εκτός όταν επρόκειτο για συνθήκες πολέμου.

Η σοσιαλδημοκρατία, εκπροσωπώντας το προλεταριάτο, αντιτάχθηκε στις πολιτικές του ιμπεριαλισμού. Ένας επικείμενος πόλεμος θα σήμαινε για το προλεταριάτο τις μεγαλύτερες καταστροφές: αμέτρητα θύματα και υλικές θυσίες, κατάρρευση των διεθνών ενώσεών του και οικονομική ύφεση για δεκαετίες. Όταν όμως το 1914 οι κυβερνήσεις επιθυμούσαν διακαώς τον πόλεμο, η αντίσταση της σοσιαλδημοκρατίας σε αυτόν αποδείχθηκε κίβδηλη. Η σοσιαλδημοκρατία συμβιβάστηκε με τον πόλεμο, υποτάχθηκε στη θέληση της αστικής τάξης, έγινε πατριωτική και αποδέχθηκε τα πολεμικά δάνεια, ανασκευάζοντας εντελώς τις προγενέστερες αρχές και τακτικές της. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια αντίστασης.

Η σοσιαλδημοκρατία γεννήθηκε και προσαρμόστηκε στις προ-ιμπεριαλιστικές συνθήκες. Έργο της ήταν οι μεταρρυθμίσεις κατά τη διάρκεια μιας ανοδικής πορείας του καπιταλισμού. Ο αγώνας για βελτιώσεις όμως σύντομα εκφυλίστηκε σε μεταρρυθμίσεις με οποιοδήποτε κόστος, σε επαιτεία και συμβιβασμό με την αστική τάξη, σε μια περιορισμένη πολιτική για άμεσα μικρά οφέλη, αποστρέφοντας την προσοχή από τα γενικά ενδιαφέροντα του προλεταριάτου ως και εγκαταλείποντας την ίδια την ταξική πάλη.

Ο ιμπεριαλισμός γέννησε καινούρια καθήκοντα. Δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τα παλιά μέσα. Οι προλεταριακές μάζες έπρεπε να έλθουν στο προσκήνιο με δραστικές μεθόδους αγώνα.

Το κόμμα έπρεπε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και στα καινούρια καθήκοντα και να επανακαθορίσει αντίστοιχα τις τακτικές του. Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να έχει μια σαφή αντίληψη, μια διανοητική κατανόηση του ιμπεριαλισμού, των αιτιών, της δύναμης και της σημασίας του. Δεύτερον, οι ίδιες οι μάζες έπρεπε να εμπλακούν στον αγώνα, όπου η δύναμη των κοινοβουλίων δεν ήταν αρκετή. Στην Πρωσία, αριστεροί ριζοσπάστες προσπάθησαν να ωθήσουν το κόμμα σε μαζικούς αγώνες και μερικοί επεδίωξαν να εγείρουν μια αποσαφήνιση του ιμπεριαλισμού, αλλά η ηγεσία του κόμματος, ο Κάουτσκι και οι φίλοι του, τους έφραξαν τον δρόμο. Για αυτούς, ο ιμπεριαλισμός ήταν απλώς μια αστική τρέλα για πολεμική εξόπλιση, πυροδοτούμενη από μερικούς καπιταλιστές, από την οποία έπρεπε κάποιος να αποτρέψει την μπουρζουαζία με καλά επιχειρήματα. Η λύση γι’ αυτούς ήταν οι παλιές και δοκιμασμένες τακτικές και όχι οι καινούριες επαναστατικές τακτικές. Η παραδοσιακή δομή του κόμματος ήταν ανίκανη να αντιμετωπίσει τα νέα καθήκοντα και να ανασχηματίσει αντίστοιχα το ίδιο το κόμμα. Αυτή η δομή έπρεπε λοιπόν να καταστραφεί.

Η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό είναι επί του παρόντος δυνατή μόνο εάν αυτή ιδωθεί ως πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, καθώς ο μοντέρνος καπιταλισμός δε γνωρίζει άλλη πολιτική πέραν της ιμπεριαλιστικής. Σήμερα η ταξική πάλη για τον σοσιαλισμό παίρνει τη μορφή της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Μόνο ο ιμπεριαλισμός δημιουργεί τις συνθήκες για τη νίκη του προλεταριάτου, για την επίτευξη του σοσιαλισμού.

Στον παλαιό καπιταλισμό η κινητήριος δύναμη της ταξικής πάλης ήταν η θέληση για τη βελτίωση των συνθηκών. Σήμερα, ο ιμπεριαλισμός υποβαθμίζει το βιοτικό επίπεδο και απαιτεί ακόμα περισσότερες θυσίες για τους από τα κάτω, μέχρι την ολοκληρωτική τους καταστροφή. Γι’ αυτό, η υποτίμηση των ζωών τους τούς καλεί να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Οι μάζες σήμερα εμπλέκονται βίαια στην ταξική πάλη, διότι ο ιμπεριαλισμός επιτίθεται δραστήρια στο προλεταριάτο, τους αγρότες και τους μικροαστούς. Όλοι καλούνται να επιλέξουν μεριά. Κανείς δε μπορεί να μείνει αμέτοχος στην ταξική πάλη. Επειδή ο σοσιαλισμός δε μπορεί να φτιαχτεί από έναν μικρό πυρήνα αγωνιστών εν μέσω των αδιάφορων λαϊκών στρωμάτων, αλλά μόνο από το σύνολο του λαού, η γενίκευση της ταξικής πάλης από τον ιμπεριαλισμό δημιουργεί για πρώτη φορά τις συνθήκες για τον σοσιαλισμό.

Ο ιμπεριαλισμός καθιστά απαραίτητες νέες τακτικές μεθόδους. Εάν οι μαζικές δράσεις λογίζονται ως νέα μέθοδος, αυτό οφείλεται στο ότι ο κοινοβουλετισμός έδωσε την ψευδαίσθηση πως μέσα από αγορεύσεις ηγετών μπορεί να έρθει η ταξική νίκη. Κάθε κοινωνική αναταραχή, κάθε μεταβίβαση εξουσίας σε μια άλλη τάξη, είναι έργο των ίδιων των μαζών. Οι νέες συνθήκες και οι κοινωνικές κακουχίες ωθούν τις μάζες στη δράση. Ο ιμπεριαλισμός προκαλεί την αυθόρμητη δράση των μαζών.

Στην πρώτη περίοδο του κοινοβουλευτισμού πολλές μεταρρυθμίσεις κερδήθηκαν εξαιτίας της αύξησης των ψήφων της σοσιαλδημοκρατίας, που τρομοκράτησαν τις άρχουσες τάξεις. Ένιωθαν τα θεμέλια της εξουσίας τους να τρέμουν. Όμως, όταν κατάλαβαν ότι επρόκειτο απλώς για ένα αμιγώς εκλογικό γεγονός, για μια αντιπολιτευτική στάση χωρίς περαιτέρω δράση, ο φόβος τους εξαφανίστηκε μαζί με την πρόθεση για μεταρρυθμίσεις. Η άρχουσα τάξη κάνει συμβιβασμούς μόνο από τον φόβο ότι η δύναμη και η εξέγερση του προλεταριάτου θα την υπερκεράσουν. Ο ιμπεριαλισμός έδωσε αυτοπεποίθηση και ασφάλεια στην αστική τάξη και οι μεταρρυθμίσεις έλαβαν τέλος.

Κάθε τι που δυναμώνει την εργατική τάξη είναι επαναστατικό. Ακόμα και ένας καλά διεξαγόμενος κοινοβουλευτικός αγώνας μπορεί να έχει επαναστατική σημασία. Στον ιμπεριαλισμό, η ενότητα της μεταρρύθμισης και της επανάστασης παραμένει βασική αρχή των σοσιαλιστικών τακτικών. Ο αγώνας για τα άμεσα ζωτικά ενδιαφέροντα του προλεταριάτου ενάντια σε ό,τι το καταπιέζει, είναι ταυτόχρονα ο αγώνας για τον σοσιαλισμό. Οι μαζικές δράσεις αποτελούν αποφασιστική εκδήλωση της προλεταριακής δύναμης, που χρειάζονται για να μην συντριβεί από τον ιμπεριαλισμό η ίδια η εργατική τάξη, αξιώνοντας επίσης σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Γι’ αυτό, η εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η εποχή των μαζικών δράσεων.

Στην πρώτη περίοδο της σοσιαλδημοκρατίας, υπήρχε η αυταπάτη πως αγωνιζόμαστε ενάντια στην μπουρζουαζία για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, ώστε να ελέγξουμε τον οργανισμό του κράτους που διευθύνει τη νομοθεσία. Έτσι, πέσαμε στην παγίδα πως με την αλλαγή υπουργών μπορεί να αλλάξει ο κόσμος και να βρεθούμε πιο κοντά στον σοσιαλισμό. Κάθε σοσιαλδημοκράτης που έγινε υπουργός, έγινε δούλος και θεματοφύλακας της άρχουσας τάξης.

Η κρατική εξουσία δεν είναι ένα ουδέτερο εργαλείο για την ταξική πάλη. Είναι ένα όπλο, ένα φρούριο της αστικής τάξης, το πιο δυνατό της στήριγμα, χωρίς το οποίο δε μπορεί να διατηρηθεί και να αναπαραχθεί. Συνεπώς, ο αγώνας του προλεταριάτου είναι αγώνας ενάντια στην κρατική εξουσία.

Οι πολιτικές συνθήκες και καταστάσεις καθορίζονται από την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. Μια ανερχόμενη τάξη καταλαμβάνει την εξουσία όταν γίνεται δυνατότερη από τους αντιπάλους της. Η κοινωνική δύναμη του προλεταριάτου συνίσταται στην αριθμητική του υπεροχή, που αυξάνεται από μόνη της λόγω του καπιταλισμού, στην ταξική συνείδηση και την επαναστατική σκέψη, στη σαφή κατανόηση του κράτους και της κοινωνίας και τέλος στην υλική ή ηθική του δύναμη: οργάνωση, αλληλεγγύη, ενότητα, πειθαρχία. Η ανάπτυξη αυτών των επιμέρους στοιχείων της προλεταριακής δύναμης σημαίνει τον μετασχηματισμό ολόκληρης της ανθρωπότητας από μια περιορισμένη, άβουλη μάζα απομονωμένων και εγωιστών ανθρώπων σε μια οργανωμένη ανθρωπότητα, με οδηγό την κοινή επίγνωση της κοινωνικής τους φύσης, οι οποίοι θα μπορέσουν για πρώτη φορά να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους και να μορφοποιήσουν την παραγωγή και την κοινωνική ζωή. Αυτή η αύξηση της δύναμης θα επιτρέψει στο προλεταριάτο να αποτινάξει την εξουσία της αστικής τάξης και ταυτόχρονα να κάνει το προλεταριάτο ώριμο για τον σοσιαλισμό.

Την ανάπτυξη αυτή φέρει η ταξική πάλη. Οι μαζικές δράσεις θα είναι το μέσο για την περαιτέρω αύξηση της δύναμης του προλεταριάτου και τη συντριβή της κρατικής εξουσίας. Στις μαζικές δράσεις, η ισχυρότερη των οποίων είναι η μαζική απεργία, τα ισχυρότερα όργανα δύναμης των δύο τάξεων, συγκρούονται μεταξύ τους. Το κράτος προσπαθεί να αποτρέψει ή να καταστείλει τη δράση των μαζών, ώστε να μην υποκύψει σε αυτήν. Στη μαζική απεργία, ολόκληρος ο οργανισμός του κράτους μπορεί προσωρινά να αποσυντονιστεί και οι λειτουργίες του να εναποτεθούν στα όργανα του προλεταριάτου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η οργάνωση του προλεταριάτου μπορεί να αποδείξει προσωρινά την υπεροχή της έναντι της αστικής οργάνωσης. Αν χρησιμοποιηθεί ο στρατός εναντίον των μαζών, η κυβέρνηση μπορεί να νικήσει προσωρινά. Όμως θα έχει βαρύ κόστος, καθώς η πειθαρχία θα υποχωρήσει. Αυτό σημαίνει πως η άρχουσα τάξη θα χάσει μέσα από τα χέρια της το ισχυρότερο μέσο επιβολής της. Η δύναμη της προλεταριακής αλληλεγγύης και οργάνωσης μεγαλώνει μέσα στη μάχη και μπορεί να συντρίψει την εξουσία και το κράτος μέσα από μαζικούς αγώνες.

Η ιστορική σημασία των μαζικών δράσεων είναι ότι οι σκληρές μάχες θα κάνουν το προλεταριάτο ώριμο για τον σοσιαλισμό και ικανό για την καταστροφή της αστικής εξουσίας. Αυτή είναι η ιστορική σημασία του ιμπεριαλισμού: θα αναγκάσει την εργατική τάξη να εξαπολύσει αυτόν τον αγώνα με μέσο τις μαζικές δράσεις, για να χαράξει το δρόμο για την ελευθερία.

Σύσσωμο το προλεταριάτο καλείται να αντιταχθεί στην τεράστια δύναμη ενός υπεραναπτυγμένου καπιταλισμού και σε μια ενεργητική και μαχητική μπουρζουαζία. Οι προλεταριακές μάζες πρέπει να ανέλθουν στο προσκήνιο, με το βλέμμα τους να μην εγκλωβίζεται στη στενή αρένα του χώρου εργασίας και τις μικρές βελτιώσεις, αλλά στη μεγάλη παγκόσμια πάλη των τάξεων. Μια νέα Διεθνής θα ξεπηδήσει: όχι μια που απλώς βρίθει από αδελφικά αισθήματα για ταξικούς συντρόφους πέρα από τα σύνορα και αμέσως καταρρέει μπροστά στην εθνική φρενίτιδα των κυρίαρχων, αλλά μια στην οποία το προλεταριάτο θα είναι έτοιμο να πολεμήσει μαζί με τους προλετάριους των υπόλοιπων εθνικοτήτων ενάντια στις πολεμοκάπηλες αστικές τάξεις.

Ο ρεφορμισμός συντάχθηκε με την μπουρζουαζία, με την αποικιοκρατική πολιτική της ,τον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο. Όπως φαίνεται, οι ρεφορμιστές και οι επαναστάτες, που την περίοδο των μικρών μεταρρυθμίσεων συνυπήρχαν στις ίδιες οργανώσεις, δε μπορούν πλέον να ανήκουν στην ίδια οργάνωση. Είναι άσπονδοι εχθροί. Ωστόσο, όσον αφορά ένα τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας, φέρ’ ειπείν τους ηγέτες του SPD και κυρίως τον Κάουτσκι, πιστεύω πως δεν ήταν φίλοι του ιμπεριαλισμού, αλλά εχθροί του. Συντάχθηκαν υπέρ του πολέμου γιατί εξαπατήθηκαν από το σύνθημα της άμυνας, εν μέρει γιατί είχαν κατάλοιπα της ιδέας περί υπεράσπισης της πατρίδας, επίσης λόγω άγνοιας και φιλισταϊσμού, γιατί δεν ήξεραν πώς να πολεμήσουν και δεν τολμούσαν άλλωστε να πολεμήσουν την άρχουσα τάξη.

Το SPD είναι μια γιγαντιαία εδραιωμένη οργάνωση, λειτουργώντας σαν κράτος εν κράτει, με τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, την ιεραρχία και την καθετοποιημένη κεντρική πολιτική του. Ο γενικός χαρακτήρας της οργάνωσης είναι προσαρμοσμένος στην ειρηνική προ-ιμπεριαλιστική περίοδο. Η όποια πολιτική δράση περιορίζεται μόνο στα λόγια και διεκπεραιώνεται από καταρτισμένους ρήτορες και γραφιάδες του κόμματος. Το κόμμα και τα ανώτερα στελέχη του τρέφονται από ένα διαρκές αίσθημα αυτοσυντήρησης. Δε θέλουν να δοκιμάσουν νέες μεθόδους, δε θέλουν να πολεμήσουν τον ιμπεριαλισμό, γιατί αυτό θα θέσει σε κίνδυνο τις θέσεις τους στο κόμμα και το ίδιο το κόμμα. Ο γραφειοκρατικός μηχανισμός του κόμματος πρέπει να προστατευτεί από την κοινωνική επανάσταση. Μια πιθανή στροφή του κόμματος στη μαζική δράση, θα μπορούσε να προκαλέσει την επίθεση του κράτους και να διαλύσει την κομματική ευτοπία και τον εφησυχασμό των μελών του SPD. Η αυτοσυντήρηση και τα συντεχνιακά συμφέροντα των ηγετών του, τους αναγκάζουν να υπεκφεύγουν του ζητήματος του ιμπεριαλισμού, συνθηκολογώντας εκ των προτέρων μαζί του. Λένε πως οι μαζικοί αγώνες μπορούν να καταστρέψουν την οργάνωση, γι’ αυτό και απέχουν από αυτούς. Ο αγώνας των σοσιαλδημοκρατών θα είναι ένας βερμπαλιστικός αγώνας, με καταγγελίες, απολογίες και παρακλήσεις, ένας ψευδοαγώνας που αποφεύγει κάθε πρακτική μάχη.

Δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα άλλο από τη γραφειοκρατία του SPD, παρά την απόρριψη της επαναστατικής πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Οι ηγέτες του θα προσπαθήσουν να το μετατρέψουν σε ένα αστικό ρεφορμιστικό κόμμα, που θα χρησιμοποιεί απλώς σοσιαλιστικές φράσεις, που θα υπερασπίζεται τα συμφέροντα των εργατών χωρίς να διεξάγει επαναστατική πάλη.

Ρόλος των επαναστατών σοσιαλιστών είναι να καταδείξουν τη σημασία και την αναγκαιότητα των μαζικών δράσεων ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Αν όμως αυτή η θέση προπαγανδίζεται από μειονότητες ή μικρές ομάδες που δεν έχουν τις μάζες από πίσω τους, τότε δεν πρόκειται για μαζική δράση, καθώς θα απουσιάζουν οι ίδιες οι μάζες. Αυτό αποδεικνύει πως η μαζική δράση δε θα είναι μια συνειδητά σχεδιασμένη πράξη από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, αλλά θα ξεσπάσει αυθόρμητα ως μια έκρηξη των ίδιων των μαζών που θα υπερβεί τα όρια που έχουν οι υπάρχουσες οργανώσεις, συμπαρασύροντάς τες με τα επαναστατικά στοιχεία.

Στο προσεχές διάστημα, οι υπάρχουσες οργανώσεις, δηλαδή το κόμμα και τα συνδικάτα, δυνάμει της φύσης και σε αντίθεση με τους στόχους και τα καθήκοντα των προλεταριακών μαζών, θα παίξουν πιθανώς έναν ανασταλτικό ρόλο. Αλλά, αν η καινούρια τακτική υπερισχύσει και αν η δύναμη του προλεταριάτου σταδιακά αυξάνεται με μεγάλους μαζικούς αγώνες, αυτές οι οργανώσεις δε θα μπορούν πια να επιτελούν αυτόν τον ρόλο. Μετά, τα άκαμπτα και αμετακίνητα σώματα του κόμματος και των συνδικάτων θα γίνουν ένα όλο και περισσότερο υποδεέστερο τμήμα ενός ευρύτερου ταξικού κινήματος και μιας μεγαλύτερης ταξικής οργάνωσης, που θα ενώσει τις μάζες -όχι μέσω της κάρτας μέλους, αλλά μέσω της κοινότητας των ταξικών στόχων- σε μια ισχυρή κοινότητα αγώνα.
avatar
Ευριπίδης

Αριθμός μηνυμάτων : 100
Ημερομηνία εγγραφής : 13/06/2017

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης